Το πόρισμα του Κληρίδη προς τον Χάρη με μπηχτές για τη σοβαρότητα των θεσμών

Το πόρισμα του Κληρίδη προς τον Χάρη με μπηχτές για τη σοβαρότητα των θεσμών

19.05.2017 - 15:24

Έδωσε στην δημοσιότητα την απαντητική επιστολή προς τον Υπουργό Οικονομικών, Χάρη Γεωργιάδη, ο Γενικός Εισαγγελέας, Κώστας Κληρίδης, ο οποίος αναφέρθηκε και στις δηλώσεις του ΥΠΟΙΚ περί μή σοβαρότητας των θεσμών στην Κύπρο. Όπως αναφέρει ο κ. Κληρίδης, ο Υπουργός επέδειξε έλλειψη σεβασμού, ωστόσο ο ίδιος θα απαντήσει στα ερωτήματά του.

Ο Γενικός Εισαγγελέας, ξεκινά την επιστολή του ως εξής: «παρά τις πρόσφατες δημόσιες δηλώσεις σας για το ίδιο θέμα, με τις οποίες αναφερθήκατε και στην μη ύπαρξη σοβαρών θεσμών στο κράτος, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης του θέματος τούτου, δήλωση η οποία δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει και τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εν τούτοις και παρά την επιδειχθείσα έλλειψη του αναγκαίου σεβασμού, θα απαντήσω στα ερωτήματα τα οποία θέτετε, πιστεύοντας ότι οι συνταγματικές υποχρεώσεις κάθε θεσμού του κράτους δεν θα πρέπει να ατονούν λόγω της συμπεριφοράς προς αυτούς άλλων οργάνων του κράτους».

Στην συνέχεια τονίζει προς τον Υπουργό Οικονομικών το ότι «δεν εμποδίζεται να αρχίσει πειθαρχική διαδικασία εναντίον υπαλλήλου για πειθαρχικό αδίκημα που διαπράχθηκε στο παρελθόν, στη βάση νομοθετικής πρόνοιας η οποία τροποποιήθηκε με μεταγενέστερο νόμο. Εάν δε η τροποποιητική νομοθεσία θέτει όρους σύμφωνα με τους οποίους η συγκεκριμένη πράξη επιτρέπεται μόνον κατόπιν προϋποθέσεων, και οι προϋποθέσεις δεν τηρούνται, και πάλιν στοιχειοθετείται παράπτωμα».

Ο Γενικός Εισαγγελέας αναφέρει επίσης ότι «οι αρμόδιες αρχές δύνανται να εξετάζουν και εγκρίνουν ή απορρίπτουν αιτήματα με βάση τον Νόμο αλλά δεν δύνανται με την εφαρμογή νέου νόμου να νομιμοποιήσουν εκ των υστέρων και αναδρομικά παρανομία, εγκρίνοντας αιτήματα για συμμόρφωση προς το νόμο».

«Η τυχόν υποβολή και έγκριση αιτημάτων υπαλλήλων προς συμμόρφωση προς απαιτήσεις ή προς νέες απαιτήσεις της νομοθεσίας, μπορεί να έχει μόνο το αποτέλεσμα άρσης η διακοπής της συνέχισης της διάπραξης του παραπτώματος, από την χρονική στιγμή της έγκρισης του αιτήματος του και μετέπειτα και όχι προηγουμένως», προσθέτει.

Επαναλαμβάνει ότι «η εξασφάλιση άδειας με βάση τις πρόνοιες του Νόμου αρ. 102(Ι)/2015 νομιμοποιεί την περίπτωση ενός υπαλλήλου από το χρονικό σημείο της εξασφάλισης της άδειας και δεν νομιμοποιεί αναδρομικά την οποιαδήποτε προηγηθείσα παραβίαση του Νόμου».

Στο ερώτημα εάν η υποχρέωση για διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας υφίσταται για περιπτώσεις υπαλλήλων που κατείχαν αξίωμα σε πολιτικό κόμμα κατά παράβαση της προηγούμενης νομοθεσίας αλλά είναι τοποθετημένοι σε μισθολογική κλίμακα χαμηλότερη της Α8 και συνεπώς δικαιούνται πλέον, με βάση τις πρόνοιες του Ν. 102(Ι)/2015, να κατέχουν αξίωμα σε πολιτικό κόμμα χωρίς εξασφάλιση άδειας από την αρμόδια αρχή, ο κ. Κληρίδης σημειώνει ότι «νομιμοποιούνται αυτοί οι υπάλληλοι από τη στιγμή που τέθηκαν σε ισχύ οι πρόνοιες του Νόμου του 2015 και μετέπειτα, αλλά δεν αίρεται ή νομιμοποιείται ή διαγράφεται οποιαδήποτε παράβαση της προηγούμενης νομοθεσίας».

Αναφέρει επίσης ότι «εάν δημόσιος υπάλληλος εγκαταλείψει το κομματικό αξίωμα το οποίο κατείχε κατά παράβαση της νομοθεσίας, απ΄εκείνη τη στιγμή αίρεται ή διακόπτεται η συνέχιση της παρανομίας, αλλά δεν νομιμοποιείται αναδρομικά ή διαγράφεται η οποιαδήποτε προηγηθείσα μέχρι τότε παρανομία».

Τονίζει επίσης ότι «αφ΄ενός, κανένας δεν μπορεί να εισηγηθεί ότι η διερεύνηση του ενδεχομένου διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος θα πρέπει να περιοριστεί σε ένα μόνο υπάλληλο, αφ΄ ετέρου όμως επίσης κανένας δεν μπορεί να εισηγείται ότι δεν θα γίνει καμμιά διερεύνηση για υπάλληλο που παραβιάζει νομοθεσία, εκτός και μόνο εάν γίνει έρευνα και αποκαλυφθεί και ποίοι άλλοι ενδεχόμενα να έπρατταν ή πράττουν το ίδιο».

Σημειώνει περαιτέρω ότι «η αρμόδια αρχή δεν έχει την υποχρέωση, ούτε και μπορεί να την έχει, χωρίς καταγγελία ή αντίληψη παράβασης από συγκεκριμένο υπάλληλο, να προβαίνει σε δικές της έρευνες, ή να απαιτεί από άλλους να ερευνήσουν όλους τους υπαλλήλους. Τέτοια υποχρέωση δεν επιβάλλει ο Νόμος, χωρίς ασφαλώς αυτό να σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται σε αρμόδια αρχή να προβεί σε δικές της έρευνες εντός της δικής της υπηρεσίας, αν κρίνει τούτο σκόπιμο».

Ο Γενικός Εισαγγελέας επισημαίνει ότι αναγνωρίζει «τις δυσχέρειες και επιπλοκές οι οποίες δυνατόν να προκληθούν από την εφαρμογή των προνοιών της νομοθεσίας», σημειώνοντας ωστόσο ότι « οι οποιεσδήποτε δυσχέρειες και πρακτικές δυσκολίες προκαλούνται, δεν οφείλονται σε καμμιά περίπτωση στον ίδιο το νόμο ή στον προαναφερθέντα τρόπο ερμηνείας του, αλλά καθαρά καταλογίζονται στο γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές, επί σειρά ετών παραγνώριζαν και δεν εφάρμοζαν τις νομοθετικές πρόνοιες, με αποτέλεσμα την συσσώρευση ή επισώρευση ποικίλων προβλημάτων τα οποία σήμερα καλούνται να αντιμετωπίσουν».

Πηγή: 
ΚΥΠΕ
Close