Λέξη Ημέρας - Τι σημαίνει «οδίτης»;

Λέξη Ημέρας - Τι σημαίνει «οδίτης»;

20.06.2017 - 01:06

οδίτης ο. 1) Οδοιπόρος, στρατοκόπος· ταξιδιώτης: (Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 73), (Καλλίμ. 1570). 2) (Προκ. για πεζούς στρατιώτες): (Διγ. O 1180). [αρχ. ουσ. οδίτης. Η λ. και σήμ. λογοτ. (ΑΛΝΕ)]

Close