Τι σημαίνει «λάβρα»;

Τι σημαίνει «λάβρα»;

18/07/2017 - 01:04

λάβρα η. 1) α) Φωτιά, έντονη θερμότητα που εκπέμπεται από τη φωτιά, φλόγα: Ήθελα να γενήκασι οι γιαναστεναγμοί μου φωτιά και λάβρα σήμερο να κάψα το κορμί μου (Πανώρ. Δ́ 132)· εξάφτ’ η λάβρα τση φωτιάς με δύναμη μεγάλη (Τζάνε, Κρ. πόλ. 52710)· β) καύσωνας, ζέστη: μέσα του μεσημεριού, στην λάβραν την μεγάλη (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [751]). 2) Έξαψη, έντονο συναίσθημα· καημός, λύπη· πόθος: λάβρα του πόθου (Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1260])· τον καημό του τον πολύ, τη λάβρα που τον κρίνει … οπού 'χασε το ταίρι του (Ερωτόκρ. Β́ 759)· [θηλ. του αρχ. επιθ. λάβρος ως ουσ. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.]

Close