κόλαφος (ο) {κόλαφων} = 1. ράπισμα στο πρόσωπο, χαστούκι
2. (μεταφορικά) λόγος ή πράξη που ταπεινώνει· προσβολή: π.χ ήταν κόλαφος γι ' αυτή τη χώρα η απόφαση τού Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου
Ετυμολογία: Σύμφωνα με το λεξικό Μπαμπινιώτη (2002) η λέξη είναι αβέβαιου ετύμου, πιθ. < κολάπτω «χτυπώ, τρυπώ» ίσως υπό την επίδραση τού ουσ. κρόταφος. Η λ. πέρασε μέσω τού λατ. colap(h)us και στις υπόλοιπες λατινογενείς γλώσσες, πβ. γαλλ. coup «χτύπημα», ιταλ. colpo, ισπ. golpo κ.ά.