Καιρός να πούμε «bye-bye»

Καιρός να πούμε «bye-bye»

Πόσο καιρό θα ανεχόμαστε τη βρετανική ραδιουργία σε βάρος της Κύπρου; - Η κληρονομιά του Τάσσου και ο Άγιος Μαυρίκιος

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΓΑΠΙΟΥ

Ανεξαρτήτως των λεκτικών παληκαρισμών και της ετήσιας κομματικής γυμναστικής στις κορφές του Τροόδους, η πολιτική της αδράνειας ήταν και παραμένει το κυρίαρχο δόγμα για το θέμα των βρετανικών βάσεων. Από της ιδρύσεως του κυπριακού κράτους μέχρι σήμερα, με εξαίρεση μερικούς μήνες μεταξύ 2007 και 2008 επί Τάσσου Παπαδόπουλου, καμιά κυβέρνηση δεν έθεσε θέμα αμφισβήτησης αυτού του ξεπερασμένου αποικιοκρατικού κατάλοιπου, μολονότι είναι τοις πάσοι γνωστό ότι οι βάσεις λειτουργούν ως κυρίαρχος κράτος εν κράτει και ότι η Βρετανία ενεργεί ποικιλοτρόπως σε πλήρη αντίθεση με την αποστολή της ως δήθεν εγγυήτρια δύναμη της κρατικής μας υπόστασης.

Η πολιτική της αδράνειας έλαβε και επίσημο χαρακτήρα το 2010 με την ομιλία του τέως Προέδρου στο Brookings Institute, ο οποίος είπε αγγλιστί ότι: «το θέμα των βάσεων θα το λύσουν τα εγγόνια και τα δισέγγονά μας». Η απονομή μακρόχρονης χάριτος στους πρώην αποικιοκράτες από το κόμμα-προπύργιο του αντι-ιμπεριαλισμού, μπορεί να ήταν μια πολιτική παραδοξότητα, αλλά ερμηνεύθηκε ως ρεαλιστική πολιτική, μια πολιτική που διαπερνά οριζοντίως συντηρητική και κομμουνιστική παράταξη, με κεντρικό επιχείρημα «να μην ανοίξουμε δεύτερο μέτωπο». Εξ ου και δεν ανοίξαμε ποτέ το «δεύτερο μέτωπο», παρά το γεγονός ότι υπήρξαν πάμπολλες αφορμές και ευκαιρίες για να το πράξουμε.    

Δεν το κάναμε, μολονότι το «δεύτερο μέτωπο» ήταν ανέκαθεν ανοιχτό, αλλά η σου-ρεαλιστική πολιτική ελίτ είτε δεν το έβλεπε, είτε έκανε πως δεν το έβλεπε. Μάλλον το δεύτερο, καθώς είναι αδύνατο να μην βλέπεις όσα πράττει η αγγλική διπλωματία σε βάρος της Κύπρου, είτε εισάγοντας καινά δαιμόνια στις συνομιλίες, είτε προσφέροντας φύλλα συκής στις τουρκικές παρανομίες, με πολύ νωπά τα παραδείγματα της προεδρικής δήλωσης του Συμβουλίου Ασφαλείας για την Αμμόχωστο και του ψηφίσματος για την ανανέωση της θητείας της Ουνφικύπ. Περιπτώσεις που και οι τυφλοί είδαν.

Τα αποτυπώματα του βρετανικού παράγοντα στο κυπριακό ζήτημα βρίσκονται παντού εδώ και δεκαετίες, αλλά ούτε η προηγούμενη κυβέρνηση, ούτε πολύ περισσότερο η νυν κυβέρνηση, θεωρούν ότι χρειάζεται να ανοίξουμε το… ανοιχτό «δεύτερο μέτωπο», επιλέγοντας τη μη διαχείριση ως την ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις πολιτική. Το αποτέλεσμα, όμως, τους διαψεύδει και δυστυχώς για όλους μας, η πολιτική της ακινησίας δεν ανέκοψε, ούτε καν μετρίασε τις αρνητικές παρεμβάσεις του αγγλικού παράγοντα. Ούτε ακόμα και η γνωμοδότηση-καταπέλτης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην υπόθεση του Άγιου  Μαυρίκιου, στάθηκε ικανή για να ανατρέψει παγιωμένες νόρμες και ηττοπαθείς αντιλήψεις της πολιτικής μας ελίτ. Αν και αποκτήσαμε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια ένα ισχυρό «νομικό όπλο», όπως χαρακτήρισε ο τέως Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου, εντούτοις αυτό παραμένει κλειδωμένο στα ερμητικά συρτάρια του Προεδρικού, εκεί όπου βρίσκονται καλά κλειδωμένες και οι τρεις γνωματεύσεις από ισάριθμους εγνωσμένου κύρους διεθνούς συνταγματολόγους που είχε παραγγείλει η Προεδρία της Δημοκρατίας τον Νοέμβριο του 2007. 

Αυτή η ξεχασμένη κληρονομιά του Τάσσου εξανεμίστηκε με το αποτέλεσμα των προεδρικών του επόμενου χρόνου, επαναφέροντας στην τάξη την πολιτική της αδράνειας. Και μπορεί να έχουν περάσει 14 χρόνια από τότε, μπορεί να ζούμε σε μια νέα διαφορετική πραγματικότητα με τη Βρετανία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα για τον αρνητικό ρόλο που διαδραματίζει σε βάρος μας το Φόρειν Όφις, αλλά το ερώτημα «πότε η Κύπρος θα εγείρει θέμα Βάσεων;» παραμένει αναπάντητο, περιμένοντας ενδεχομένως πότε θα μεγαλώσουν οι επόμενες και οι μεθεπόμενες γενιές, πότε θα παγιωθούν νέα τετελεσμένα στη διεθνή σκηνή, πότε θα έχουμε παραχωρήσει κυριαρχικά δικαιώματα και πότε το κυπριακό ζήτημα θα έχει πεθάνει ή θα έχει ξεχαστεί.  

Για όσους βολικά θέλουν να ξεχάσουν, να υπενθυμίσουμε ότι η γνωμοδότηση για τον Άγιο Μαυρίκιο του 2019 «επιβεβαίωσε επί της ουσίας τις τρεις γνωματεύσεις που είχε στα χέρια της η ΚΔ από το δεύτερο εξάμηνο του 2007», όπως είχε αναφέρει ο στενός συνεργάτης του Τάσσου και πρώην ΥΠΕΞ Γιώργος Λιλλήκας (3 Μαρτίου 2019, εφ. «Σημερινή», ρεπορτάζ της Νάταλι Μιχαηλίδου, «Η κληρονομιά του Τάσσου»): «Υπήρχε τότε η απόφαση να ζητήσουμε τις γνωματεύσεις για να απαντηθούν τα ερωτήματα αν οι Βάσεις είναι κυρίαρχες ή όχι, αν οι Βάσεις είναι νόμιμες ή όχι, αν μπορούμε να τις καταγγείλουμε και με ποια διαδικασία και κατά πόσον θα επηρεαζόταν η διεθνής οντότητα του κράτους μας δεδομένων των παραμέτρων της Συνθήκη Εγκαθίδρυσης». 

Η απάντηση που δόθηκε, σύμφωνα με τον Λιλλήκα, «ήταν ότι δεν επηρεάζεται το διεθνές καθεστώς και η οντότητα της ΚΔ, διότι δεν εδράζεται πλέον η κρατική μας οντότητα και η διεθνής της υπόσταση στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960, αλλά εδράζεται στο ψήφισμα 186/1964 και σε μια σειρά από άλλους παράγοντες που έχουν προκύψει έκτοτε» και δεδομένου τούτου, «πρέπει να ανοίξουμε θέμα Βάσεων, εφόσον  το μέτωπο το έχει ανοίξει ούτως ή άλλως η Βρετανία, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, υποστηρίζοντας τις τουρκικές θέσεις στο Κυπριακό (…) Όσοι δεν βλέπουν τις πραγματικότητες απλώς στρουθοκαμηλίζουν και αυτό δεν εξυπηρετεί την εθνική μας υπόθεση». Αυτά έλεγε τότε ο Λιλλήκας που πλέον δεν βρίσκεται στην ενεργή πολιτική σκηνή και καλό είναι να τα θυμόμαστε και να τα κρίνουμε χωρίς τους κομματικούς παραμορφωτικούς φακούς της ελίτ.  

Όσο πιο σύντομα καταλάβουμε ότι η λύση του Κυπριακού περνά μέσα από την αποαποικιοποίηση, όσο πιο σύντομα αντιληφθούμε ότι η μόνη πιθανότητα να αλλάξει η βρετανική εξωτερική πολιτική είναι μόνο «όταν οι Βάσεις τεθούν εν αμφιβόλω και καταργηθούν» (Γ. Κέντας, ό.π.) και όσο πιο σύντομα κατανοήσουμε ότι «θα είναι τραγικό αν μέσα από σφάλματα, παραλείψεις και με γνώμονα ένα κακώς εννοούμενο ρεαλισμό καταλήξουμε να έχουμε αποποιηθεί δικαιώματά μας σε μέρος της κυπριακής επικράτειας» (Γ. Κολοκασίδης, ό.π.), τόσο πιο σύντομα θα έχουμε κάνει ένα βήμα μπροστά, τερματίζοντας την πολιτική της αδράνειας και της ηττοπάθειας. Καιρός να τελειώσουμε με τις ιστορικές μας εκκρεμότητες. Brexit τώρα!

Υστερόγραφο: Οι μικρές νίκες με τα ψηφίσματα του διεθνούς παράγοντα σε βάρος της Τουρκίας δεν ακυρώνουν την επεκτατική πολιτική Ερντογάν, ούτε αποτελούν λόγο για πανηγύρια. Ο δρόμος είναι μακρύς και ήδη βρισκόμαστε χιλιόμετρα πίσω. Στο χέρι μας είναι να ανατρέψουμε την πορεία των πραγμάτων. Το ερώτημα είναι όχι «πότε;» αλλά «πώς;». Σίγουρα όχι με την εκ του αποτελέσματος αποτυχημένη πολιτική που ακολουθούμε τα τελευταία χρόνια. 

Το άσχετο: Χατζηπετρής 

Καλή Κυριακή και Αγία Υπομονή 

Home