Παιδεραστία και κυπριακά δικαστήρια, ώρα Τώρα ASAP... ετών τριών

Η Ιωάννα Χριστοδούλου για την απαγωγή στη Λάρνακα

Γράφει η Ιωάννα Χριστοδούλου.

 

Όταν πρόσφατα πλημμύρισε το νετ σχόλια για το βίντεο “Ο αδερφός μου” των Παπαδουλάκη και Παπουτσάκη, σπατάλησα αρκετό χρόνο διαβάζοντας εκατοντάδες από αυτά.

Το διαδίκτυο μάς έχει δώσει, σε γενναιόδωρες δόσεις την τελευταία δεκαετία, την δυνατότητα να ερχόμαστε -οι παραγωγοί και/ή οι διαβιβαστές του μηνύματος- σε μία άλφα επαφή με τον αποδέκτη του μηνύματος που λειτουργεί πλέον και ο ίδιος ως παραγωγός.

Αυτό είναι σημαντικό απ’ την μια, αν είσαι θέση να το αξιολογήσεις με τον τρόπο που τα Google Analytics σου επιτρέπουν αλλά επικίνδυνο, από την άλλη, όσον αφορά στην εξαγωγή συμπερασμάτων για την κοινωνία.

Στα χρόνια που εργάζομαι στο χώρο με συνοδεύει πάντοτε η ατάκα του πρώτου εργοδότη μου, με την οποία ανέκαθεν διαφωνούσα και για την οποία είχαμε επικές στιχομυθίες σε δημοσιογραφικές συσκέψεις: “Ο κόσμος είναι ηλίθιος. Αυτά που θέλει, μασημένα, αυτά θα του δίνουμε”.

Οι εικασίες για το τί θέλει ο κόσμος, επί εποχής εντύπων, μετριούνταν απ’ τις πωλήσεις (και πάλι αυτό ήταν υπό συζήτηση γιατί είχαμε και την αναγνωσιμότητα του κομμωτηρίου και του καφενέ στο τραπέζι) και απ’ ότι έπιανε το αυτί μας. Στα διαδικτυακά μέσα σήμερα, τα πράματα ξεκαθαρίζουν κάπως διαφορετικά.

Το μήνυμα μπορεί να διαχέεται σε πολλαπλάσιους αποδέχτες παρόλα αυτά το πώς θα το κωδικοποιήσει ο καθένας δεν αλλάζει, όσες φωνές και να προστίθενται στα περιβόητα κόμμεντινγκ της σχετικά νεοεμφανιζόμενης, διαδικτυακής “δημοκρατίας” των πολιτών.

Αυτό είχε, έχει και θα έχει πάντα να κάνει -σόρι για το κλισέ- με την παιδεία.

Στην περίπτωση του εν λόγω βίντεο, το μήνυμα για κάποιους κατέληξε ως πρόταση (απαντούμε με βία) και για άλλους ως προβληματισμός (αλήθεια, πόσες φορές δεν σκεφτήκαμε να πράξουμε όπως ο πρωταγωνιστής του;). Υποθέτω ότι αν το βίντεο αυτό προβαλλόταν σε ένα φεστιβάλ μικρομηκάδων π.χ. να επικοινωνούσε πιο εύκολα το μήνυμά του.

Στο "δύσκολο" διαδίκτυο δεν ήρθε μασημένο το μήνυμα: "Μην σταθμεύεις εδώ". "Τα πεζοδρόμια είναι για τους πεζούς". "Σεβασμός στους συνανθρώπους μας".

Είναι ο κόσμος που θεώρησε τις πράξεις του πρωταγωνιστή ως πρόταση για απάντηση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ΑμεΑ, ηλίθιος;

Θέλω να εξακολουθώ -ρομαντικά- να πιστεύω πως δεν είναι και θα βρω μία σκόρπια δικαιολογία για να με καλύψω και να πω πως, ξερωγώ, δεν έχουν δει αρκετό κινηματογράφο αυτού του είδους.

Τελοσπάντων η επικαιρότητα τρέχει, το βίντεο συνεχίζει τον δρόμο του, οι ειδήσεις πληθαίνουν και μπροστά μας ξεπετάγεται, διόλου κινηματογραφικά, μία αδίκαστη υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης.

Για υπενθύμιση, πρόκειται για υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικου από 72άχρονο η οποία και παραμένει αδίκαστη επί τριάμισι χρόνια τώρα.

Πέραν αυτού, που εξοργίζει βαθύτατα, έχουμε και τον πρόεδρο του ανωτάτου που βγαίνει στα ΜΜΕ να καλέσει την μητέρα της ανήλικης να… αποστείλει παράπονο για την καθυστέρηση που σημειώνεται και να ζητήσει επίσπευση.

Πάμε πάλι απ’ την αρχή: Έχεις μία σοβαρότατη υπόθεση που εκκρεμεί και ως μάνα πρέπει να διεκδικήσεις δικαίωση για το παιδί σου. Αλλά πρέπει να στείλεις επιστολή παραπονιάρικη για να… επισπεύσεις την διαδικασία.

Κι αυτό γιατί η πολιτεία δεν θεωρεί πως η υπόθεσή σου πρέπει να μπει, ξερωγώ, στο συρτάρι με τα (κατ)επείγοντα. Πως γενικότερα οι ποινικές υποθέσεις που φτάνουν στα κυπριακά δικαστήρια πρέπει θεωρούνται επείγουσες.

“Δεν μπορεί να λυθεί το πρόβλημα με την καταγγελία της μητέρας στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης”, δηλώνει ο πρόεδρος του Ανωτάτου που βγήκε στα ίδια Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας να προτείνει πως πρέπει να του σταλεί επιστολή παραπόνου. Γελοίο. Όσο γελοία είναι και η δήλωση του αρμόδιου υπουργού, “Κανείς δεν μπορεί να επέμβει στο ημερολόγιο του Κακουργιοδικείου ή του Δικαστηρίου”.

Πίσω στο βίντεο που τρέχει ακόμα στο διαδίκτυο. Στα παπούτσια του αδελφού ως κινηματογραφικής φιγούρας βγαλμένης απ’ τη ζωή και της μάνας που κινείται ανάμεσά μας, εσύ πως θα έστηνες το ίντρο του βίντεο; Και όχι, η βία δεν είναι απάντηση στο άδικο, το αγενές, το εγωιστικό ή στην ίδια την βία. Η σκέψη όμως, κινηματογραφική ή μη, σε κοινωνικές και πολιτικές δομές που δεν σέβονται τα -υποθέτω- αυτονόητα, είναι.

Η δουλειά των υπαλλήλων μας στο κράτος, γιατί υπάλληλος του κράτους είναι ο δικαστής, ο υπουργός και οι λοιποί, είναι, μεταξύ άλλων, να προλαβαίνουν τις βίαιες αυτές σκέψεις και να μην τις εκδικάζουν ή καταδικάζουν έπειτα ως πράξεις.

Ο κόσμος δεν είναι ηλίθιος. Γιατί αν το πιστέψουμε αυτό, όλα θα είναι, όντως, μάταια.

Η πλειονότητα του κόσμου, δεν μπορεί, πιστεύει και προσβλέπει ακόμα στη δικαιοσύνη.

Πρώτη Δημοσίευση Avant-Garde

16