Τείχη ανοησίας

Τείχη ανοησίας

Η κυβέρνηση ανεβάζει στρατηγικά την ένταση και επιδεικνύει πυγμή ισχύος για να καλύψει τα δικά της ελλείμματα και ανεπάρκειες

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΓΑΠΙΟΥ

Δεν είναι κυπριακό φαινόμενο η άρνηση μεγάλης μερίδας του πληθυσμού να εμβολιαστεί. Σε όλες τις δυτικές κοινωνίες υπάρχουν ισχυρές εστίες κατά των εμβολιασμών, αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο. Δεν μιλούμε για «αρνητές» της ύπαρξης του κορωνοϊού ή για «συνωμοσιολόγους» και «ψεκασμένους», όπως αρέσκονται να τους αποκαλούν τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης και οι καθεστωτικοί ανταποκριτές των κυβερνητικών δελτίων Τύπου.

Μιλούμε για ανθρώπους με οικογένειες, με δουλειές, με τις χίλιες -δύο έγνοιες που έχουν όλοι οι κανονικοί άνθρωποι που ζουν σε ένα κράτος όπως το κυπριακό. Δεν τρελάθηκαν ξαφνικά όλοι, ούτε και επιθυμούν να αυτοκτονήσουν ομαδικά. Πολλοί απ’ αυτούς έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ενημερώνονται σωστά και προβληματίζονται ακόμα περισσότερο. Είναι πολύ εύκολο να τους τσουβαλιάζουμε και να τους κατηγορούμε, είναι πολύ πιο δύσκολο να τους κατανοήσουμε. Πρώτα-πρώτα, να τους ακούσουμε, χωρίς να τους χλευάζουμε και χωρίς να τους ρίχνουμε στην πυρά για τις απόψεις τους ή για τα ερωτήματά τους.

Η κυβέρνηση μεταξύ της ενημέρωσης και του εκβιασμού επέλεξε το δεύτερο. Οι υπουργοί μπορεί να αλλάζουν όπως τα πουκάμισα, αλλά η κυβερνητική πολιτική παραμένει το ίδιο αυταρχική και μονόπλευρη όπως ήταν από την αρχή της πανδημίας. Στο μεσοδιάστημα, εξελέγηκε και νέα Βουλή αλλά παραμένει το ίδιο άβουλη όπως η προηγούμενη. Με εξαίρεση λίγες φωνές και σποραδική κριτική, η πλειοψηφία των βουλευτών παραμένει θεατής στην επιβολή ανελεύθερων (και κάποτε ανόητων) μέτρων. Είτε επειδή συμφωνούν, είτε επειδή τρέμουν το πολιτικό κόστος και την κριτική των καθεστωτικών μίντια. Σε κάθε περίπτωση, όπως έστρωσαν, κοιμούνται. Παραμένουν άβουλοι.

Ενάμιση χρόνο μετά την πανδημία, δεν βρισκόμαστε πλέον στις «έκτακτες συνθήκες» των πρώτων μηνών. Γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τον ιό και τις μεταλλάξεις του, η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου τηρεί με ευλάβεια τα μέτρα προσωπικής προστασίας, το εμβολιαστικό πρόγραμμα επεκτείνεται με ταχείς ρυθμούς και τα δημόσια νοσηλευτήρια, μαζί με τα ιδιωτικά αν παραστεί ανάγκη, έχουν ενισχυθεί και θωρακιστεί (τουλάχιστον αυτό μας έλεγαν τόσο καιρό). Σιγά-σιγά κτίζεται ένα αναγκαίο τείχος ανοσίας, ιδιαίτερα στις ευπαθείς ομάδες που ήταν και η απόλυτη προτεραιότητα από την πρώτη στιγμή. Την ίδια ώρα, κάθε μέρα ολοένα και περισσότερος κόσμος προχωρά με εμβολιασμούς, ενισχύοντας την προστασία της κοινότητας από τον ιό. Προς τι λοιπόν ο πανικός και οι εκβιασμοί; Μήπως επειδή αυξάνονται κατακόρυφα τα κρούσματα από χώρους αυξημένου συγχρωτισμού ή μήπως για να ασκηθεί μεγαλύτερη κοινωνική πίεση στους μη εμβολιασμένους; Τίποτα απ’ όλα αυτά.

Η κυβέρνηση ανεβάζει στρατηγικά την ένταση, καταπατεί βάναυσα ατομικά δικαιώματα και επιδεικνύει πυγμή ισχύος για να καλύψει τα δικά της ελλείμματα και τις δικές της αντιφατικές αποφάσεις.  Γνωρίζει ότι ο ιός θα συνεχίσει να υπάρχει εντός της κοινότητας ακόμα και μετά τον πλήρη εμβολιασμό όλου του πληθυσμού. Γνωρίζει επίσης ότι θα ήταν καταστροφικό για την οικονομία, (δεν μιλούμε για την ψυχική υγεία, αυτό δεν την ενδιαφέρει), να επιβάλει ξανά αυστηρά περιοριστικά μέτρα. Γνωρίζει ακόμα ότι, ενάμιση χρόνο μετά την πανδημία, δεν έχει θωρακίσει το δημόσιο σύστημα υγείας στον βαθμό που οι καταστάσεις απαιτούν. Η εύκολη λύση είναι το τσουβάλιασμα και η δαιμονοποίηση μέρους του πληθυσμού που δεν επιθυμεί να εμβολιαστεί. Είτε επειδή φοβάται τις παρενέργειες, είτε επειδή αναμένει να υπάρξουν πιο στέρεα επιστημονικά δεδομένα, είτε επειδή δεν εμπιστεύεται τις κυβερνητικές ντιρεκτίβες και τους… ειδήμονες που πριν ένα ακριβώς χρόνο προέβλεπαν ότι «ο ιός θα εξαφανιστεί από την Κύπρο», είτε επειδή είναι το έσχατο μέτρο αντίδρασης στα φαινόμενα αυταρχισμού.

Η κυβέρνηση επιμένει να ζητεί τυφλή υποταγή, κτίζοντας τείχη ανοησίας, αντί να επιδιώξει συνεργασία με τους πολίτες και να απαντήσει στα ερωτήματά τους. Αν χρειαστεί, να απολογηθεί και για τις βλακώδεις αποφάσεις που κατά καιρούς έλαβε (και εξακολουθεί να λαμβάνει) και κυρίως να λογοδοτήσει. Για όσα (δεν) έπραξε -σωστά και λανθασμένα.

Υστερόγραφο 1: Ο εξαναγκασμός εργαζομένων, που δεν θέλουν να κάνουν το εμβόλιο, να πληρώνουν για τη διενέργεια εξετάσεων ταχείας διάγνωσης (τα λεγόμενα «rapid tests») είναι ανήθικος και προκλητικός. Θα λέγαμε το ίδιο και για την απόφαση της κυβέρνησης να βάλει τους επιχειρηματίες να τσακώνονται με τους πελάτες τους για το safe pass. Αυτή η απόφαση είναι απλά βλακώδης. Για την Επίτροπο Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που ανακάλυψε «νέα νομική βάση» ώστε να δικαιολογήσει τους ελέγχους από ιδιοκτήτες επιχειρήσεων, τα λόγια είναι περιττά. Μιλούν εκκωφαντικά οι πράξεις της.

Υστερόγραφο 2: Όταν πρωτοξεκίνησε η πανδημία, όσους τόλμησαν να μιλήσουν για ενδεχόμενο διαφυγής του ιού από εργαστήριο στην Ουχάν, τους έλεγαν «ψεκασμένους» και «κρουσμένους». Δύο χρόνια μετά, «η θεωρία συνωμοσίας» δείχνει να επαληθεύεται.

Τάδε έφη: «Δεν μπορείς να πιέσεις τον πληθυσμό να εμβολιαστεί με το ζόρι. (…) Αυτό που θα βοηθήσει είναι να είμαστε ακριβείς, διαφανείς και πλήρεις στην κοινοποίηση του τι ξέρουμε και τι δεν ξέρουμε. Σε σχέση με έξι μήνες γνωρίζουμε περισσότερα για τα εμβόλια, γνωρίζουμε ότι έχουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, γνωρίζουμε κάποια πράγματα για τις παρενέργειες, δεν θα πρέπει να προσπαθήσουμε να τις κρύψουμε, θα πρέπει να μεταφέρουμε με ακρίβεια τα πράγματα στο γενικό πληθυσμό ώστε ο καθένας να πάρει τις αποφάσεις του. Από εκεί και πέρα, να υπάρχει μια ηπιότητα και μια κοινοποίηση των κινδύνων που αντιμετωπίζουμε, με και χωρίς εμβολιασμό, ταυτόχρονα με μια προσπάθεια να μην δημιουργηθεί ένταση. Η άρνηση των εμβολίων προωθείται από την ένταση» (Δρ. Γ. Ιωαννίδης, Καθηγητής Παθολογίας & Επιδημιολογίας, Στατιστικής Ιατρικής, «Αιχμές», 28 Ιουνίου 2021).  Μιλούμε για το ίδιο πρόσωπο που πέρσι κάποιοι «ειδικοί» εδώ στην Κύπρο αποκαλούσαν αιρετικό και περιθωριακό. Για να μην ξεχνούμε.

Το άσχετο: ΑΘΑΝΑΤΟΙ

Καλή Κυριακή και Αγία Υπομονή…

Home