Τι θα γίνει στις κάλπες της 30ης Μαΐου;

Τι θα γίνει στις κάλπες της 30ης Μαΐου;

Όσο πιο φυσιολογικά είναι τα πράγματα, τόσο πιθανότερο είναι να συμπεριφερθούν οι πολίτες στις εκλογές και στην κάλπη όπως τις προηγούμενες χρονιές και όπως διαμορφώνεται η τάση την τελευταία 20ετία

ΓΡΑΦΕΙ Ο                                                                                                                                    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΣΑΓΓΑΡΗΣ                                                                                                Twitter: @tsangarisp

Σε άκρως ενδιαφέρουσες εξελίσσονται οι Βουλευτικές Εκλογές της 30ης Μαΐου, με παραμέτρους που μπορεί να κάνουν τα πράγματα απρόβλεπτα. Από την μια οι πρωτόγνωρες συνθήκες της πανδημίας και από την άλλη οι πολλοί συνδυασμοί/κόμματα που διεκδικούν αυτές τις Βουλευτικές εκλογές συνθέτουν ένα αινιγματικό τοπίο που δύσκολα μπορεί να προβλεφθεί μέχρι στιγμής. 

Η πανδημία και τα παράγωγά της είναι ο βασικότερος λόγος που διαμορφώνουν ένα διαφορετικό σκηνικό αφού το θέμα δεν είναι μόνο ο περιορισμός κινήσεων -και άρα μέχρι στιγμής δεν εφαρμόζεται ο παραδοσιακός τρόπος προεκλογικής εκστρατείας. Το ευρύτερο θέμα που φαίνεται να προκύπτει είναι πως ο «εγκλεισμός», η αβεβαιότητα, η ψυχολογική πίεση στα οποία υποβάλλονται οι πολίτες εδώ και 12+ μήνες ενδεχομένως να ωθήσει τους πολίτες να συμπεριφερθούν διαφορετικά -απ’ ότι τις άλλες φορές- στην κάλπη. 

Εξού και ζούμε το πρωτόγνωρο -μέχρι στιγμής- να βλέπουμε -μέσα από τις μετρήσεις (όσο αξιόπιστες μπορούν να είναι μέσα σε αυτό το περιβάλλον που περιγράφουμε)- μια κυβέρνηση να βυθίζεται αλλά την ίδια ώρα να βρίσκεται μαζί της στον πάτο και η Αξιωματική Αντιπολίτευση (!). Πρόκειται για ένα πολύ σπάνιο φαινόμενο, το οποίο ουσιαστικά «μας λέει» ότι οι ψηφοφόροι «δεν θέλουν ούτε τον ένα αλλά ούτε και τον άλλο». Μια παράμετρος, η οποία κάνει την εξίσωση της «εκτίμησης» της πολιτικής συμπεριφοράς των ψηφοφόρων πολύπλοκη, σύνθετη και αλλόκοτη. 

Όμως αν και τα πράγματα είναι σύνθετα, οι επιλογές των ψηφοφόρων δεν είναι πολλές, αν αυτές τεθούν σε ευρύτερα πλαίσια έτσι ώστε να μπορέσουμε -έστω- να αγγίξουμε το ερώτημα «τι θα γίνει στις εκλογές». 

Βασική παράμετρος στην εξίσωσή μας είναι το θέμα της αποχής. Δυο είναι προφανώς οι επιλογές: Μια επιλογή των ψηφοφόρων, είναι να μην πάνε στις κάλπες. Το 2016 είχαμε αποχή της τάξεως του 33,26%. Δηλαδή ένας στους τρεις πολίτες δεν πήγαν καν να ψηφίσουν. Υψηλό ποσοστό και πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό αποχής που καταγράφηκε σε Βουλευτικές Εκλογές στην Κύπρο. Το 2011 η αποχή ήταν 21,30%, το 2006 ήταν 11% και το 2001 ήταν μόλις 8,25%. Η τάση λοιπόν κατά την τελευταία 20ετία είναι εμφανής. «Κάθε πέρσι και καλύτερα». Η αποχή έχει αυξητική τάση και αν τα πράγματα ήταν υπό φυσιολογικές συνθήκες (χωρίς δηλαδή την Πανδημία και τα παράγωγά της) κατά πάσα πιθανότητα αυτή την ώρα, την περαιτέρω αύξηση της αποχής στις εκλογές της 30ης Μαΐου, θα την θεωρούσαμε ως δεδομένη. Ωστόσο σε αυτές τις εκλογές -λόγω των ιδιαζουσών συνθηκών- η αύξηση της αποχής δεν είναι καθόλου βέβαιη και δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένη. Αυτό μας οδηγεί σε μια άλλη επιλογή των ψηφοφόρων, αντίστροφη από την πρώτη, δηλαδή οι πολίτες να πάνε μαζικά στις κάλπες και αντί για αύξηση της αποχής να δούμε μείωση της αποχής. 

Ας δούμε όμως την πρώτη περίπτωση, όπου οι Πολίτες απλώς ενεργούν όπως ενεργούσαν την τελευταία 20ετία κατά την οποία η αποχή είχε αυξητική τάση και σε κάθε εκλογική αναμέτρηση ολοένα και περισσότεροι δεν πήγαιναν στις κάλπες. Και πάλι όμως «σκουντουφλούμε» στις «μη φυσιολογικές συνθήκες». Γιατί; Διότι υπό φυσιολογικές συνθήκες μεγαλύτερη αποχή θα σήμαινε αυτόματα και πλεονέκτημα στα μεγάλα κόμματα ή/και παραδοσιακά κόμματα. Αν όχι για όλα τουλάχιστον κάποια θα ευνοούνταν. Υπό αυτές όμως τις συνθήκες κανένας δεν μπορεί να εκτιμήσει υπέρ ποιου θα «δουλέψει» η αποχή. Διότι υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο μια μερίδα παραδοσιακών ψηφοφόρων (που ψήφιζαν τα μεγάλα κόμματα) να μην προσέλθουν στις κάλπες και η προσέλευση στις κάλπες να προκύψει από «ανένταχτους» πολίτες, οι οποίοι έχουν την τάση -αν πάνε στην κάλπη- να ψηφίζουν οποιοδήποτε άλλο εκτός από τα παραδοσιακά κόμματα. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή, αυτό που μπορεί να επισυμβεί είναι η Αποχή ναι μεν να παραμείνει στα επίπεδα του 2016 αλλά να αποτελείται από άλλη μερίδα πολιτών. Να το θέσω πιο απλά, μπορεί ένα 10% των ανένταχτων που το 2016 τήρησε αποχή, τώρα να πάει να ψηφίσει αλλά την ίδια ώρα ένα 10% των παραδοσιακών ψηφοφόρων που ψήφισε το 2016 τώρα να απέχει. Αποτέλεσμα θα είναι να παραμείνει μεν η Αποχή υψηλή αλλά να ανατρέψει τα ποσοστά εις βάρος των μεγάλων κομμάτων. 

Ας δούμε τώρα την άλλη περίπτωση. Όπου οι πολίτες πάνε μαζικά να ψηφίσουν. Αυτό προϋποθέτει δυο πράματα: Ένα, να πάνε οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι που πήγαν και το 2016 και, δυο, την ίδια ώρα να πάνε και οι ανένταχτοι, οι οποίοι δεν πήγαν στις κάλπες το 2016. Αυτές οι περιπτώσεις, ιστορικά, παρατηρούνται μόνο σε ιδιαίτερες συνθήκες. Όπως, όταν τίθενται επί τάπητος κεφαλαιώδη ζητήματα για τα οποία καλείται ο πολίτης να αποφασίσει (πχ να υπάρξουν σοβαρές εξελίξεις στο κυπριακό, να βρισκόμαστε προ της λύσης και οι Βουλευτικές να λειτουργήσουν ως εκλογές στήριξης των θέσεων των κομμάτων για την λύση). Ή υπό τις συνθήκες που βρισκόμαστε σήμερα -λόγω Πανδημίας- και οι πολίτες λόγω αγανάκτησης, λόγω θυμού, λόγω απογοήτευσης να θέλουν να πάνε στην κάλπη για να λειτουργήσουν -κυρίως- τιμωρητικά (και όχι κατ’ ανάγκη εις βάρος μόνο του κυβερνώντος κόμματος). 

Αν προσέξετε λοιπόν, σε όλες τις υποθέσεις / σενάρια υπάρχει ένας αστάθμητος παράγοντας, ο οποίος είναι η Πανδημία και τα παράγωγά της. Αν αφαιρέσουμε αυτό τον παράγοντα από την εξίσωσή μας τότε τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο εύκολα να εκτιμηθούν και να υπολογιστούν. Αυτό μας οδηγεί σε μια άλλη εξίσωση, της οποίας η φόρμουλα θα μπορούσε να αποτυπωθεί ως εξής: Όσο πιο φυσιολογικά είναι τα πράγματα, τόσο πιθανότερο είναι να συμπεριφερθούν οι πολίτες στις εκλογές και στην κάλπη όπως τις προηγούμενες χρονιές και όπως διαμορφώνεται η τάση την τελευταία 20ετία. Δηλαδή, όσο επέρχεται η κανονικότητα, τόσο πιο φυσιολογικά γίνονται τα πράγματα και συνεπώς τόσο πιο «προβλεπτή» είναι η συμπεριφορά των ψηφοφόρων. Για παράδειγμα, ένας 35χρονος, ο οποίος δεν πήγε ούτε και το 2016 να ψηφίσει, αν τα πράγματα είναι σχεδόν φυσιολογικά και συνεπώς και ο ίδιος δεν θα νιώθει ούτε τόσο έντονο θυμό, ούτε τόση έντονη απογοήτευση, την Κυριακή 30 Μαΐου θα προτιμήσει κατά πάσα πιθανότητα να την απολαύσει με την οικογένεια και φίλους του στον Πρωταρά παρά να ασχοληθεί με τις εκλογές. Όπως άλλωστε έκανε και το 2016. Αν όμως δεν υπάρχει η «κανονικότητα», το πιθανότερο είναι πως και ο ίδιος δεν θα κάνει αυτό που κανονικά θα έκανε, θα νιώθει θυμό και απογοήτευση και ίσως να πάει στην κάλπη. 

Όπως και να έχει, η εξέλιξη των πραγμάτων θα είναι αυτή που θα δείξει τελικά που «πάει το πράμα» και εννοείται πως τελευταίος κριτής είναι οι ίδιοι οι πολίτες και το αποτέλεσμα τους στην κάλπη. 

Home