Τί σημαίνει ‘συρφετός’;

Τί σημαίνει ‘συρφετός’;

συρφετός ο [sirfetós]: (μειωτ.) για ασύνταχτο πλήθος ανθρώπων που ανήκουν στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα: Ο στρατός των σταυροφόρων δημιουργήθηκε από ένα συρφετό εξαθλιωμένων χωρικών. || (επέκτ.) για οποιαδήποτε συνάθροιση ετερόκλητου πλήθους: Kάθε Kυριακή μαζεύεται ~ στα γήπεδα.

[λόγ. < αρχ. συρφετός]