Ένας ποιητής καταθέτει- Συνέντευξη με τον ποιητή Δημήτρη Αγγελή

Ένας ποιητής καταθέτει- Συνέντευξη με τον ποιητή Δημήτρη Αγγελή
Οι λέξεις σώζουν μόνο αν υπάρχει κάποιος για να του τις απευθύνεις

Ο Δημήτρης Αγγελής δεν είναι απλά ένας ακόμα ποιητής από τους πολλούς που διαβάζουμε σήμερα ούτε ένας ακόμα άνθρωπος που καταπιάνεται με την ποίηση για να αποκτήσει οντότητα.

Όντας διδάκτορας φιλοσοφίας έχει κατορθώσει να περιπλέξει με ποιητικό τρόπο τη φιλοσοφική σκέψη μέσα στην ποίηση του η οποία αποτυπώνει φιλοσοφικά και ποιητικά μια δική του λογοτεχνική και ποιητική γλώσσα συνομιλώντας με μια υπερρεαλιστική αφήγηση και εμπεριέχοντας μιαν ενδελεχή εσωτερικότητα.

Η υπαρξιακή αναζήτηση του ίδιου του ποιητή βρίσκεται πίσω από τις λέξεις αντλώντας υλικό από ένα ενδόμυχο κόσμο του οποίου οι αναγνώστες απλά "¨κλέβουμε" κάποιες από τις εικόνες του...

  • Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;

Ως μια ταυτότητα εν ετερότητα. Ορίζοντας το ενάντιο, το εχθρικό, διαμορφώνεις την ταυτότητά σου και η ποίηση είναι ένας τρόπος αντίστασης σε ό,τι αρνητικό μας περιβάλλει. Ό,τι εναντιώνεται στην ιδέα του ποιητή για το καλό, το ωραίο, το δίκαιο γίνεται αφορμή για ποίημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι γράφοντας εκφράζουμε αρνητικά αισθήματα, αλλά ότι η έλλειψη πληρότητας σε σχέση με την πραγματικότητα που μονίμως υπολείπεται του ονειρισμού μας μάς καθιστά πιο πεισματικούς υποστηρικτές των πιστεύω μας. Κι έτσι, όταν κοπάζει ο θόρυβος της μέρας κι οι άλλοι χαλαρώνουν μπροστά σε μια οθόνη, εμείς χωμένοι στην κόγχη ενός μικρού γραφείου γράφουμε ποιήματα. 

  • Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;

Ο ποιητής χτίζει τον κόσμο του με λέξεις αλλά, όπως το έχει πει κι ο Ελύτης, «ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα»: γράφοντας έρχεται το ποίημα. Το ένστικτο βέβαια λειτουργεί την ώρα που γράφεις, αλλά η ποίηση, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, προϋποθέτει καταβύθιση στις λέξεις, αυστηρή δομή, σχεδιασμό των επόμενων βημάτων. Θα έχετε δει, ασφαλώς, τους καταλόγους λέξεων που καταγράφουν οι ποιητές στα σημειωματάριά τους. Νομίζω πως τελικά λειτουργούμε συχνά και ως διασώστες λέξεων ή σα να προσπαθούμε να επιβάλλουμε μια ορισμένη χρήση τους. Ξαναγυρίζω στην έννοια της αντίστασης, αλλά με άλλη έννοια αυτή τη φορά: μέσα σ’ έναν πολιτισμό ταχύτατα εναλασσόμενων εικόνων και αισθημάτων, ο ποιητής αγκυρώνει τον κόσμο του χρησιμοποιώντας το βάρος των λέξεων –δεν το λες κι εύκολο με τόση ελαφρότητα που κυριαρχεί.        

  • Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

Η ποίηση δεν απευθύνεται πια σε μεγάλο κοινό, άρα δεν μπορεί να κλείσει συλλογικά τραύματα, μόνο να τα εκφράσει μπορεί. Οι λεγόμενοι «ποιητές της ήττας», για παράδειγμα, περιέγραψαν κριτικά την μετεμφυλιακή εποχή, όμως η ανάγνωσή τους θα ήταν πολύ περιοριστική αν δεν βλέπαμε πίσω απ’ αυτά που γράφουν όχι ένα ψυχικό, αλλά ένα υπαρξιακό τραύμα. Στο βαθμό που αυτό το τραύμα μας αφορά ευρύτερα και προσωπικά και δεν παραμένει στενά προσηλωμένο στην ατομική απογοήτευση του ποιητή από τη συγκεκριμένη ιστορική περίσταση, το ποίημα μπορεί να επανέρχεται ξανά και ξανά στο προσκήνιο, εκφράζοντας διαφορετικές συνθήκες και εμπειρίες –χαρακτηριστικό παράδειγμα η ποίηση του Αναγνωστάκη.      

  • Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;

Κάθε ποιητής εντάσσεται σε μια συγγραφική παράδοση, αν δεν συνέβαινε αυτό θα ήταν ένα εξωτικό πτηνό κατάλληλο μόνο για θέαμα σε ζωολογικό κήπο. Από εκεί και πέρα, όμως, το στοίχημα είναι στο κατά πόσο μπορεί, χρησιμοποιώντας ως βατήρα το παλιό, να κάνει «άλμα πιο γρήγορο απ’ τη φθορά», να πάει ένα βήμα μπροστά το ήδη παραδομένο, ακόμα και να φτιάξει τη δική του παράδοση. Κι αυτός ο δημιουργικός αναθεωρητισμός προϋποθέτει κυρίως απομόνωση, αποστασιοποίηση, ένα ψυχικό «κράτημα» απέναντι στους άλλους που μπορεί κάποτε να ερμηνεύεται και λάθος –έχει πάντοτε μιαν άσπλαχνη διάσταση η ενδοσκόπηση.    

  • Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;

Το ερώτημα είναι πάντα ένα: γιατί βρίσκομαι εδώ. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές απαντήσεις, κάποιες μάλιστα εξαρτώνται από την παράδοση στην οποία είμαστε ενταγμένοι. Παράδειγμα: αν παρατηρήσει κανείς τις ταινίες μεγάλων σκηνοθετών και τις εξετάσει με κριτήριο την θρησκευτική παράδοση που κρύβεται από πίσω, ανεξάρτητα μάλιστα από το αν πιστεύει ο σκηνοθέτης ή όχι, είναι άλλος ο κινηματογράφος των προτεσταντών (λ.χ. Μπέργκμαν, Ντράγιερ, Λαρς φον Τρίερ όπου τα πρόσωπα εκφράζουν ηθικές στάσεις), άλλος των καθολικών (λ.χ. Φελίνι, Κισλόφσκι, όπου πολλά σπαράγματα ζωής και έντονο συναίσθημα) κι άλλος των ορθοδόξων (Ταρκόφσκι, Αγγελόπουλος, που προτιμούν τις συνολικές και απόλυτες απαντήσεις και γι’ αυτό τα αργόσυρτα πλάνα). Παράλληλα, βέβαια, θα εκφράσουμε τον έρωτα, τη στοργή, τον χωρισμό, την κοινωνική κρίση κι ένα σωρό άλλα θέματα, αλλά αν αυτά δεν εντάσσονται στην προοπτική μιας ευρύτερης θέασης της ζωής τότε δεν υπάρχει μεγάλη ποίηση. Τέτοια είναι η ποίηση του Καβάφη, του Σεφέρη, του Ελύτη.      

  • Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;

Πρώτα απ’ όλα είναι οι εικόνες της παιδικής μας ηλικίας. Είναι η εποχή που ο κόσμος είναι πρωτοφανέρωτος στα μάτια μας και πλάθουμε τους συστατικούς μύθους της ψυχής μας. Στον βιωμένο χρόνο έρχεται να προστεθεί ο κερδισμένος χρόνος, αυτός που βασίζεται στην εμπειρία των άλλων: εικόνες από βιβλία, ταινίες, ζωγραφικούς πίνακες. Σε μια από τις αγαπημένες μου ταινίες, τη Dolce vita του Φελίνι, προς το τέλος, υπάρχει μια σκηνή όπου ο Μαστρογιάννι έχει απομακρυνθεί από τη συντροφιά του που παρατηρεί έκπληκτη ένα ξεβρασμένο θαλάσσιο κήτος στην ακρογιαλιά κι εκείνος μιλάει μ’ ένα κορίτσι χωρίς να μπορεί να συνεννοηθεί μαζί του. Αυτή η σκηνή, παραλλαγμένη ασφαλώς, έχει περάσει σε δύο τουλάχιστον ποιήματά μου. Το ίδιο συμβαίνει και με τη ζωγραφική, αποτελεί μόνιμη πηγή έμπνευσης. Υπάρχουν επίσης εικόνες, όπως αυτές στα βίντεο-κλιπ, που εκφράζουν κοινούς κώδικες για τον έρωτα, τη φιλία κ.λπ. κι είναι επίσης απαραίτητες σ’ ένα ποίημα γιατί πρέπει να υπάρχουν και κάποια εύκολα αναγνωρίσιμα σημάδια για τον αναγνώστη. Πρέπει να πω ότι ποίημα χωρίς εικόνες, απόλυτα γλωσσοκεντρικό ποίημα, δεν μπορεί να σταθεί γιατί δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να επικοινωνήσει μαζί του. Και δυστυχώς σήμερα συναντούμε και τέτοια ποιήματα.         

  • Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;

Ερχόμαστε στον κόσμο και χρησιμοποιούμε λέξεις που δεν μας ανήκουν, που έχουμε μάθει να τις χρησιμοποιούμε μέσα από την καθημερινή τους χρήση για να εκφράσουμε κοινές καταστάσεις και κοινά ανθρώπινα συναισθήματα. Είμαστε ερριμένοι σ’ έναν κόσμο λέξεων, ίσως και καθηλωμένοι κατά μία έννοια σ’ έναν συγκεκριμένο γλωσσικό ορίζοντα. Η ποίηση, λοιπόν, είναι η προσπάθεια να δώσουμε στις λέξεις τη δική μας εκφορά, να τις φορτίσουμε με τις δικές μας εικόνες, να τις αποσπάσουμε από την αδιαφορία και τη στιγμιαία ασάφειά τους όταν τελούν υπό αχρηστία, προσδίδοντάς τους ένα μόνιμο νόημα. Η λέξη «ροδάκινο» για παράδειγμα, μπορεί να είναι κόκκινη, ζουμερή ή ό,τι άλλο. Αν τις προσθέσεις όμως τη δική σου εκδοχή που μπορεί να συνδέεται μ’ ένα συγκεκριμένο πρωινό του Ιουλίου, με σκληρές αντιθέσεις φωτός-σκιάς στο ασβεστωμένο σοκάκι ενός συγκεκριμένου νησιού και προσθέσεις πάνω στην κίτρινη σάρκα του τα λευκά δόντια ενός συγκεκριμένου κοριτσιού που σου χαμογελάει, τότε υπάρχουν οι προϋποθέσεις, αν μάλιστα η εικόνα επαναληφθεί εμμονικά και σε άλλα ποιήματα, αυτή η εκδοχή να γίνει σύμβολο. Κατά κάποιο τρόπο αυτή είναι η επιδίωξη κάθε ποιητή, να κάνει τις λέξεις δικές του.     

  • Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;

Είναι ένα από τα καταφύγιά μας, όχι το μόνο. Οι λέξεις σώζουν μόνο αν υπάρχει κάποιος για να του τις απευθύνεις. Η ιστορία του Ροβινσώνα Κρούσου δείχνει ότι ο παραλήπτης σου μπορεί να είναι ακόμα κι ένας φανταστικός συνομιλητής.  

  • Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;

Όχι. Κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά το σημαντικό βιβλίο του Enzo Traverso Αριστερή μελαγχολία, το οποίο προτείνει στη σημερινή Αριστερά τη μελαγχολία ως κριτική δύναμη και μορφή αντίστασης, που τρέφεται από μιαν αναστοχαστική ευαισθησία. Εμπνεόμενος από το ίδιο βιβλίο ο Βασίλης Λαμπρόπουλος προτείνει μια αντίστοιχη ερμηνευτική προσέγγιση της νεότερης ως και νεότατης ελληνικής ποίησης («Η κρίση της ποίησης και η μελαγχολία της αριστεράς. Για την πολιτική της ελληνικής ποίησης των αρχών του 21ου αιώνα», Ποιητικά, τχ. 26/2017). Αν και και οι δύο ερμηνείες δεν λένε ακριβώς το ίδιο, η μελαγχολία προκύπτει στην πρώτη περίπτωση από την ήττα της Αριστεράς το 1989 και στη δεύτερη από την ήττα του ποιητικώς υπάρχειν στον σύγχρονο κόσμο. Εγώ που προέρχομαι από μια παράδοση διαφορετική, αλλά με εξίσου έντονο το μεσσιανικό-εσχατολογικό στοιχείο, προτιμώ την κοντινότερη στα βιώματά μας και περισσότερο φορτισμένη έννοια της χαρμολύπης: η ποιητική γραφή, ή και ζωή αν θέλετε, δεν είναι μόνο μελαγχολία αλλά και χαρά μαζί, αφού η ποίηση έστω και στιγμιαία αποτελεί μια εκπλήρωση της επαγγελίας. Όμως η έννοια του «ήδη αλλά όχι ακόμα», είτε πρόκειται για την επαγγελία μιας ενθαδικής επανάστασης είτε μιας μεταθανάτιας αποκατάστασης δεν μπορεί παρά να συνδυάζεται πάντοτε με μελαγχολία. Δεν μπορούμε να ζήσουμε ποιητικά εδώ και τώρα γιατί η επαγγελία θα πρέπει να παραμένει πάντοτε πρόκληση, μια κλήση ανοιχτή...    

*Ο Αντρέας Πολυκάρπου  είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού. Επιστημονικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε Ελλάδα και Κύπρο. Εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές στην Κύπρο και το 2013 εξέδωσε την τρίτη του ποιητική συλλογή «Απρόσωπα Φαγιούμ», στις εκδόσεις Άπαρσις στην Αθήνα, η οποία επανεκδόθηκε το 2016 από τις εκδόσεςι Vakxikon.gr. Το 2014 εκδόθηκε το θεατρικό του έργο «Κατά Ιωάννη Αποκαθήλωση» από τις εκδόσεις Vakxikon.gr στην Αθήνα το οποίο μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα Αγγλικά. Ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και μεταφράστηκαν στα αγγλικά. Το 2008 και το 2010 βραβεύτηκε από τη European Commission για δημοσιογραφικές του έρευνες και εκπροσώπησε τη χώρα του σε Σλοβενία και Κωνσταντινούπολη αντίστοιχα. Το 2017 έλαβε το διεθνές λογοτεχνικό βραβείο "Naji Naaman’s Literary Prize" 2017 ("Creativity Prize" ) από το διεθνή οργανισμό "Naji Naaman’s Foundation for Gratis Culture" (FGC)​.