Το Ασυναίσθημα: Μια παραμυθιακή αναζήτηση του βαθύτερου εαυτού

Το Ασυναίσθημα: Μια παραμυθιακή αναζήτηση του βαθύτερου εαυτού

Μία λέξη ραγίζει και ένας ολόκληρος κόσμος φανερώνεται μπροστά μας. Μια λέξη ραγίζει και μέσα από τη ρωγμή της ξεδιπλώνεται ένα σερπετό μονοπάτι προς το άγνωστο της βαθύτερης αναζήτησης μια ζωής αδύνατης να ζήσεις ως ένα υποκείμενο που υπόκειται στο δικό του βαθύτερο διχασμό.

Υπάρχουν άραγε συνοδοιπόροι;  Μπορεί αυτή η ρωγμή να θέσει εξ’ αρχής το πρωταρχικό ερώτημα μιας in illo tempore ύπαρξης πέρα από θεογονίες και υπερβατικές αναζητήσεις;

Μια λέξη, ένα γράμμα ορθώνεται μπροστά στην αδύνατη ανθρώπινη αυτονομία, μπροστά στο επερχόμενο- όλο και απομακρυσμένο πια- αυτεξούσιο που καταφθάνει από μια ενδότερη ανάγκη εξερεύνησης του «είναι» και του αέναου γίγνεσθαι.

Το «Ασυναίσθημα» της Εύης Μάμαλη (Εκδόσεις Βακχικόν) ενέχει όλα τα υλικά για να δομήσουμε τη δική μας βαθύτερη αναζήτηση καθώς οι συριγμοί της ψευδαισθησιακής ολότητας εμποδίζουν  τη δημιουργία του ψηφιδωτού του απείρου.

Την ίδια στιγμή που οι ψηφίδες της ύπαρξης τροχίζονται στο εργαστήρι των παγκοσμιοποιημένων  αποφάσεων μιας ομογενοποίησης που ήρθε για να ταράξει τη διαφορετικότητα και την αποδοχή του άλλου, ένα γράμμα εισέρχεται στις λεπίδες αυτού του μεγάλου εργαστηριακού τροχού και κατορθώνει αυτό που δεν κατάφερε ούτε ο Λούθηρος το 14ο αιώνα ούτε ο Ντε Καρτ τον 15ο αιώνα μα ούτε και ο Καντ τον 16ο αιώνα.

Κατορθώνει να οδηγηθεί στη δική του αυτονομία, στο δικό του ταυτοποιητικό αυτόνομο της ύπαρξης.  Οι λεπίδες που τρόχισαν το αποκολλημένο γράμμα δημιούργησαν στο συγγραφικό εργαστήρι της Εύης Μάμαλη μια ανάγκη για την ύπαρξη μιας ταυτότητας που συνάμα αποδέχεται κάθε ετερότητα αφού υπάρχει και συνυπάρχει με τα υπόλοιπα γράμματα χωρίς να δημιουργείται η ανάγκη μιας ομογενοποίησης  που θα επιφέρει την πλαστή ταυτότητα που εσωκλείει όλες τις αδυνατότητες και ορθώνει σύνορα απέναντι στην ιδιαιτερότητα και την αναζήτηση μιας ζώσας γειτνίασης με ό, τι δεν είμαστε εμείς.

Η ρωγμή διαρρηγνύει το εμείς ως ολότητα και το μεταθέτει στο άπειρο όπου οι ταυτότητες επιτρέπουν τις ετερότητες. Από τη ρωγμή εκκινά η ανάγκη μας για το ταξίδι μέσα από ανέμους, στάχτες, κύματα προκειμένου να ανακαλύψουμε και να ξαναβρούμε το σύμπαν που χάσαμε. Ένα σύμπαν στο οποίο κάθε διάπυρος οργανισμός είναι διαφορετικός αλλά φτιαγμένος από την ίδια αστερόσκονη.

Οι λεπίδες φοβίζουν. Οι λεπίδες που θα μας αποσπάσουν από την επίπλαστη ολότητα φοβίζουν. Ο στριγκός ήχος τους τρομάζει τη σιγουριά της ολότητας, της ομογενοποίησης. Συνηθίσαμε τη νηνεμία και ο κονιορτός που σηκώνουν οι λεπίδες καθώς μας τροχίζουν σκεπάζει τα βλέφαρά μας εμποδίζοντάς μας να εγκολπωθούμε σε μιαν ψεύτικη ομογενοποιητική ταυτότητα. Αν, όμως, προχωρήσουμε- όπως κάνει το αποκολλημένο γράμμα-  μέσα στον ανασηκωμένο κονιορτό τότε θα αντικρίσουμε ξεκάθαρα την ανάγκη μας για το ταξίδι. Για το ταξίδι στη βαθύτερη ενδοκατακόμβη μας προκειμένου να φτάσουμε στην πραγματική μας ταυτότητα. Αυτήν που μας διαχωρίζει από τους άλλους μα ταυτόχρονα σέβεται και αποδέχεται τον άλλο ως τον ερχόμενο που έρχεται να μας ολοκληρώσει και να καλύψει τα κενά μας.

Η φύση σιχαίνεται τα κενά. Δεν επιτρέπει να σπάσει η αλυσίδα της έμβιας ύπαρξης γι’ αυτό και φροντίζει πάντα να πλάθει αυτά τα «γράμματα» που δεν θα τρομάξουν από τη ρωγμή και θα ακολουθήσουν το δρόμο προς την αναζήτηση της ολοκλήρωσης.

Μέσα από το παραμύθι της Εύης Μάμαλη θα βρούμε τον εαυτό μας με όλες του τις φοβίες. Τις υπαρξιακές φοβίες, τις εσωτερικές φοβίες και τους δισταγμούς του να ζήσουμε αποκολλημένοι από το στείρο α- συναίσθημα μέχρι να βρούμε το πραγματικό συναίσθημα.

Πρόκειται για μια σύγχρονη Οδύσσεια – με τα υλικά του παραμυθιού- στην οποία επιβιώνουν μόνο όσοι  θα αντέξουν τους Λαιστρυγόνες, τους Κύκλωπες και γιατί όχι θα γευτούν χωρίς τύψεις τους έρωτες της Καλυψούς και της Κίρκης.

Η ρωγμή δεν πρέπει να φοβίζει. Είναι η απαιτούμενη απομάκρυνση και η βίαιη αποκοπή από τον ομφάλιο λώρο της σιγουριάς. Ο αμνιακός σάκος προστατεύει. Αλλά τη στιγμή της γέννας αν παραμείνουμε στον αμνιακό σάκο της προστασίας μας τότε το οξυγόνο τελειώνει και μας αναμένει ο νοσοκομειακός κλίβανος. Όσο κι αν θρηνεί ένα νεογέννητο για την εγκατάλειψη του αμνιακού σάκου και τη βίαιη αποκοπή του από τον ομφάλιο λώρο εμείς οφείλουμε να το βγάλουμε στο φως για να αρχίσει το δικό του ταξίδι από το α- συναίσθημα στο συναίσθημα.

Αν το παραμύθι της Εύης Μάμαλη μπορούσε να αποτυπωθεί με μια κινηματογραφική εικόνα αυτή δεν θα ήταν άλλη από τη σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής της ταινίας «The legend of 1900» φοράει τα καλά του, το καινούριο του κοστούμι, το ολοκαίνουριο του καπέλο και στέκει στη σκάλα του πλοίου με έναν ολόκληρο κόσμο να τον περιμένει μόλις κατέβει τα λιγοστά σκαλιά. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας δειλιάζει, φοβάται τον κόσμο με τις χιλιάδες όψεις και μορφές του και στο τέλος θάβεται μέσα στις λαμαρίνες του πλοίου. Τον τρομάζει το ταξίδι στα ενδότερα της ψυχής του.

Εν αντιθέσει, το «Α» όταν αποκολλάται από τα υπόλοιπα γράμματα της λέξης αποφασίζει να κατέβει τη σκάλα και να ψαχουλέψει τον κόσμο και την ίδια του την ύπαρξη.

Το τέλος του παραμυθιού μας αποδεικνύει ότι ο τολμηρός- ναι- επιβιώνει. Είναι κανόνας της φύσης: Μόνο οι ισχυροί οργανισμοί θα περάσουν στην επόμενη βιολογική φάση. Οι οργανισμοί που θα έχουν τη δύναμη να τροχιστούν, να αφήσουν τα περιττά βαρίδια και να εξελιχθούν. Το «Α» αφήνει τον κόσμο του ασυναισθήματος για να ψάξει και να βρει το συναίσθημα που θα το ολοκληρώσει. 

Γεννηθήκαμε μέσα από μια ρωγμή και δεν φοβηθήκαμε να εξερευνήσουμε τον κόσμο στα πρώτα μας βήματα. Γιατί φοβόμαστε τις υπόλοιπες ρωγμές; Γιατί σταματήσαμε να ρωτάμε «γιατί»; Γιατί σταματήσαμε να ψάχνουμε, να ψαχουλεύουμε, να θέλουμε;  Γιατί; Μην ρωτάτε, όλοι μας ακόμη το ψάχνουμε αυτό το γιατί…