Συνέντευξη με την ποιήτρια και συγγραφέα Διώνη Δημητριάδου

Συνέντευξη με την ποιήτρια και συγγραφέα Διώνη Δημητριάδου
Όσα βιβλία κι αν έχεις γράψει, πάντα είναι μια πρώτη φορά

Η συγγραφέας και ποιήτρια Διώνη Δημητριάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1956 αλλά ζει εδώ και πολλά χρόνια στην Αθήνα. Αξιοποίησε τις σπουδές της σε Ιστορία και Αρχαιολογία διδάσκοντας σε δημόσια λύκεια. Γράφει ποιήματα αλλά και πεζά (λογοτεχνικά και δοκιμιακά) και ασχολείται με τα γραπτά των άλλων κάνοντας επιμέλειες εκδόσεων και δημοσιεύοντας άρθρα κριτικής λογοτεχνίας.

Έργα της: «Εγχειρίδιο για την παραγωγή λόγου», «Το ύφος και το ήθος» (δοκίμια), «Το ατελιέ» (διηγήματα), «Ο χώρος ανάμεσα» (νουβέλα), «Τα κοινά και τα ιδιωτικά» (διηγήματα), «Σύμη, με τα μάτια της ψυχής» (συλλογικό έργο), «Λέξεις απόκρημνες» (ποιήματα σε δίγλωσση έκδοση).

Εντός των ημερών αναμένεται να κυκλοφορήσει το νέο βιβλίο της: «Ο βιωμένος χρόνος» (μικρές ιστορίες), από τις εκδόσεις ΑΩ.

 

Αξίζει να αναφερθεί ότι ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικές εκδόσεις («Ετερότητα» και άλλες ανθολογίες), και έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Διατηρεί στο διαδίκτυο το λογοτεχνικό ιστολόγιο (blog) «Με ανοιχτά βιβλία» ενώ παράλληλα, συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης της Δημοτικής Βιβλιοθήκης της Αγίας Παρασκευής.

-Πόσα  χρόνια έχουν περάσει από την πρώτη σας επαφή με την τέχνη της γραφής; Τι άλλαξε και  τι επαναπροσδιορίστηκε μέσα σας;

Νομίζω πως δύσκολα προσδιορίζεται αυτή η πρώτη επαφή, καθώς συχνά χάνεται μέσα στον χρόνο.  Αν, όμως, εννοούμε μια πιο σοβαρή αντιμετώπιση της ευθύνης (γιατί για ευθύνη πρόκειται) που νιώθει όποιος καταγίνεται με τη γραφή, τότε κατ’ ανάγκη θα πρέπει να προσδιοριστεί στα πιο ώριμα χρόνια. Η γραπτή κατάθεση έχει απαιτήσεις. Μεγαλώνοντας διαμορφώνεται και ο τρόπος που βλέπεις τα πράγματα, η αισθητική σου, εμπλουτίζεται ο ιδεολογικός σου κόσμος. Έτσι, θα έλεγα, ότι όλα επαναπροσδιορίζονται σε κάθε νέα γραφή. Για παράδειγμα, σε μένα έχει αλλάξει ο βαθμός ανοχής μου απέναντι σε μια πραγματικότητα που διαψεύδει τις προσδοκίες μου, ή ακόμα έχει αυξηθεί η τόλμη μου να λέω κάποια πράγματα με το ακριβές όνομά τους.                                                                

-Νιώθετε ακόμη την αγωνία του ανθρώπου των γραμμάτων ή του καλλιτέχνη όταν αυτός βγαίνει στο φως;

Ναι, όσο γι’ αυτό, αναμφισβήτητα το νιώθω. Πρόκειται για μια έκθεση, μια προβολή με όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Και δεν εννοώ μόνο τις πιθανές διαφορετικές «αναγνώσεις» του έργου σου -αυτό είναι θεμιτό και ίσως ενδιαφέρον- περισσότερο αναφέρομαι στην πιθανότητα αυτό που έγραψες να μην κατορθώσει να αγγίξει τον αναγνώστη. Αυτό το συναίσθημα δεν αλλάζει όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσα βιβλία κι αν έχεις γράψει. Πάντα είναι μια πρώτη φορά.

-    Ποιο είναι το νήμα της τελευταίας σας ποιητικής συλλογής; Πως χαρτογραφείτε με άλλα λόγια το ίδιο το βιβλίο σας;

Ο τίτλος της συλλογής είναι «Λέξεις απόκρημνες», και με τη λέξη αυτή δηλώνεται η στάση απέναντι στην ποίηση. Δεν αγαπώ τα στολίδια. Ο αληθινός λόγος δεν τα χρειάζεται. Η κάθε λέξη πρέπει να εμπεριέχει το νόημά της, σκληρό και λιτό. Είναι, λοιπόν, η κατάληξη μιας πορείας από τα περισσότερα λόγια στα σαφώς λιγότερα. Ελπίζω και στα πιο ουσιαστικά. Πολλά από τα ποιήματα της συλλογής αυτής αναφέρονται στην ίδια την ποίηση, επομένως πρόκειται για μια θέση/άποψη για τα ποιητικά πράγματα.

-Πώς βλέπετε την παραγωγή βιβλίων ποίησης (από τη στιγμή που ασχολείστε με την κριτική βιβλίων) αν σκεφτούμε ότι κάθε χρόνο εκδίδεται μεγάλος αριθμός ποιητικών συλλογών;

Ναι, οι περισσότεροι γράφουν, και εσφαλμένα θεωρούν πως είναι πιο εύκολο να γράψεις στίχους. Φυσικά δεν ισχύει, γι’ αυτό και είναι πολύ λίγα τα αξιόλογα που γράφονται. Υπάρχει και άλλη μια παρεξήγηση που αφορά τον ελεύθερο στίχο, που οι πιο πολλοί προτιμούν. Η ποίηση έχει μέτρο και ρυθμό, ασχέτως ομοιοκαταληξίας. Έχει επίσης μεταφορικότητα και υπαινικτικότητα, ενσωματώνει σε λίγες λέξεις περισσότερα νοήματα, εικονοποιεί τον κόσμο μέσα από τους στίχους. Αν αυτά δεν υπάρχουν, τότε το ποίημα αυτοκαταργείται.

- Ποίηση και πεζός λόγος: Είναι δύο αντίθετες όψεις του ίδιου νομίσματος ή δεν συναντούνται ποτέ;

Συχνά συναντάμε ποίηση που θα μπορούσε να διαβαστεί και με πεζό ρυθμό, και από την άλλη κάποια πεζά κομμάτια που ηχούν ποιητικά. Είναι τότε που ο δημιουργός τους δεν έχει αποφασίσει τι από τα δύο θέλει. Στην πραγματικότητα τα δύο είδη απέχουν. Είναι διαφορετική η προσέγγιση του κειμένου, από την αρχική ιδέα ως την τελική κατάθεση. Ο πεζός λόγος κατά κανόνα αναπτύσσει, ο ποιητικός συμπτύσσει. Αλλά, πάλι, και αυτή είναι ίσως μια επιφανειακή προσέγγιση. Η ουσιαστική διαφορά είναι πιο βαθιά. Επειδή γράφω και ποίηση και πεζό, θα έλεγα πως η επεξεργασία της ιδέας διαφέρει ακριβώς γιατί η σύλληψή της γίνεται με άλλον τρόπο. Ο ποιητικός λόγος μπορεί να είναι μια στιγμή, κάτι αδιόρατο που περνά από μπροστά σου. Το πιάνεις και το βάζεις σε στίχο. Ο πεζός λόγος είναι μια εικόνα που τη συνθέτεις κομμάτι κομμάτι. Δύσκολα και τα δύο αλλά με διαφορετική διαδικασία δημιουργίας. 

- Ποιος στίχος, σας έρχεται στο μυαλό από το τελευταίο σας βιβλίο;

«Για κείνα τα παιδιά που μεγαλώσανε
ανάποδα μετρώντας τη ζωή τους»

Νομίζω πως αφορά όλους της γενιάς μου.

- Μπορεί η τέχνη του λόγου να εκφράσει τόσο τα ιδιωτικά όσο και τα κοινά; (για να πάρω τον τίτλο της συλλογής διηγημάτων σας)

Είναι καθαρά υπόθεση του συγγραφέα να μιλήσει και για τα προσωπικά αλλά και για τα κοινά. Να μιλήσει, όμως, με ειλικρίνεια και καθαρότητα. Τότε θα αγγίξει τον αναγνώστη του. Όταν διαβάζουμε, ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας μέσα στα γραπτά του άλλου. Όσο βαθύτερα ανασκάπτει τον εαυτό του ο συγγραφέας, τόσο περισσότερο συναντά την αλήθεια του αναγνώστη, και στην  προσωπική του ζωή αλλά και στα κοινά βιώματα. Βέβαια, ως προς τα κοινά, αναπόφευκτα γεννά και συνειρμούς με την πολιτική πραγματικότητα. Θεμιτό, ωστόσο, και αυτό, καθόσον δεν θα πρέπει να βάζουμε όρια στην έκφραση των απόψεων.