Αστυνομικό διήγημα : ΤΟ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Αστυνομικό διήγημα : ΤΟ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
Η Offsite παρουσιάζει το αστυνομικό διήγημα του Τειρεσία Λυγερού : Το νανούρισμα
-1-
 
- Καληνύχτα γλυκιά μου κι όπως είπαμε…
- Ναι ξέρω. Τουλάχιστον μέχρι του χρόνου να τελειώσουμε.
- Δεν νομίζω ότι είμαι απαιτητικός απλά ξέρεις άρχισαν ήδη να λένε διάφορα πίσω από την πλάτη μας και αυτό δεν συμφέρει κανένα μας.
- Ας τους να λένε. Δεν μπορούν να μας κάνουν τίποτα. Έτσι δεν είναι; ρώτησε χαϊδεύοντας του το μάγουλο.
- Μην φοβάσαι. Εμείς τη δουλειά μας και αυτοί τη δική τους, είπε και τη φίλησε στο μάγουλο. Καλό βράδυ, τα λέμε στο μάθημα.
 
Αντί για απάντηση του έστειλε ένα φιλί  και άρχισε να κατεβαίνει τη Χαριλάου Τρικούπη προς τη Σόλωνος. Ο μεσήλικας ερωτύλος- που βγήκε πρόσφατα από τη ντουλάπα και βρωμούσε ναφθαλίνη αλλά παρόλα αυτά του άρεσε να ψαχουλεύει στητά, φοιτητικά στήθη που είχαν- ακόμα - μιαν ανοδική  πορεία μέσα στο στηθόδεσμο και ήταν σχεδόν ανίκανος για οτιδήποτε άλλο πέρα από ψαχούλεμα- προχωρούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο δρόμος ήταν σκοτεινός και στα γύρω πεζοδρόμια δεν υπήρχε ψυχή παρά μόνο οι τετράποδοι νυχτοβάτες που αναζητούσαν κανένα μισολυποθυμισμένο αρουραίο  από το νέφος της πρωτεύουσας προκειμένου να γδάρουν το πετσί του με περισσή χειρουργική δεξιοτεχνία και να γευτούν τη φρέσκια σάρκα σαν γνήσιοι κατά συρροή δολοφόνοι με το χαριτωμένο μουσούδι και την ευλάβεια προς τον ύψιστο που περιμένει στητός στη γωνία του παραδείσου να χτυπήσει η ειδοποίηση του ρολογιού του για να μας ξαναμπαστακωθεί στο σβέρκο και να θέλουμε να τον ξανασταυρώνουμε. 
 
Έφτασε έξω από την πολυκατοικία του επί της Χαριλάου Τρικούπη, έβγαλε μια δέσμη κλειδιά από το σακάκι του και ξεκλείδωσε την εξώπορτα. Έλυσε τη γραβάτα του και άρχισε να ανεβαίνει με τα πόδια στο δεύτερο όπου και ήταν το διαμέρισμα του. Δυο μάτια καρφώθηκαν στην πλάτη του.
 
Κρυμμένος κάτω από τον πάγκο του θυρωρού- περασμένα μεγαλεία ενός άλλοτε πιο αστικού τρόπου ζωής με κουτσομπόληδες θυρωρούς που ξεροσταλιάζανε για κανένα ημίγυμνο μπούτι που ξεπρόβαλλε από τη σκάλα και για κανένα γλιτσιασμένο τάλιρο από τον εραστή της παντρεμένης του ρετιρέ προκειμένου να μην ανοίξουν το στόμα τους στον καθωσπρέπει κερατά σύζυγο που τα βόλευε στο δημόσιο με έναν αξιοπρεπή μισθό μα δεν μπορούσε να περάσει εύκολα από το γραφείο του Πρωτοκολλητή αφού ήταν χαμηλοτάβανο και τα κέρατα του έγδερναν το φρεσκοβαμμένο ταβάνι- βγήκε πατώντας στις μύτες των ποδιών του. Πλησίασε στη σκάλα και άρχισε ανεβαίνει ακολουθώντας τον προπορευόμενο μεσήλικα χωρίς να τον νοιάζει αν θα τον δει.
 
 
- Ματθαίο, ακούστηκε η φωνή του. 
Ο μεσήλικας γύρισε το κεφάλι του και πάγωσε. Για κλάσματα του δευτερολέπτου δεν μπορούσε να πει λέξη. Το βλέμμα του κοιτούσε κατευθείαν στα μάτια του ανθρώπου που βρισκόταν απέναντι του, μόλις τρία σκαλιά πιο κάτω.
- Τι κάνεις εδώ; Πότε επέστρεψες; Τι θες; Τελειώσαμε.
- Δεν νομίζω ότι αρχίσαμε καν. Η τιμωρία βλέπεις δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. 
- Ηρέμησε, έλα πάνω να μιλήσουμε να πάρω τηλέφωνο και τον…
 
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του και το γαντοφορεμένο χέρι του συνομιλητή του βγήκε με φόρα από την τσέπη της καμπαρτίνας που φορούσε έχοντας σφιγμένο ένα σουγιά. Με αστραπιαία κίνηση του κάρφωσε το σουγιά στο λαιμό. Το αίμα πιτσίλισε τον απέναντι τοίχο και ο μεσήλικας με μια ενστικτώδη κίνηση έβαλε την παλάμη του στην αιμορραγούσα πληγή. Προσπάθησε να μιλήσει, να φωνάξει αλλά το αίμα μπερδευόταν στο στόμα του με τις λέξεις. Άλλο ένα χτύπημα στο στήθος τον έριξε φαρδύ- πλατύ στις σκάλες. Έσκυψε από πάνω του καθώς ψυχορραγούσε φτύνοντας σάλιο και αίμα με ακαταλαβίστικους ρόγχους.
 
Ένα τελευταίο χτύπημα χαμηλά στην κοιλιά έσβησε κάθε ζωή από τα μάτια  του μεσήλικα. Έβγαλε μια γαρδένια που είχε στην άλλη τσέπη της καμπαρτίνας και την ακούμπησε στο στήθος του νεκρού. Την ίδια στιγμή το κοινόχρηστο φως της πολυκατοικίας έσβησε. Με γρήγορες μα σταθερές κινήσεις έβγαλε την καταματωμένη καμπαρτίνα και την πέταξε δίπλα από το άψυχο σώμα. Κατέβηκε ήσυχα τις σκάλες, άνοιξε την πόρτα και είδε σε σχετικά μακρινή απόσταση το απορριμματοφόρο του Δήμου να περνά σπάζοντας την ησυχία της χειμωνιάτικης νύχτας. Κράτησε σφιχτά το σουγιά στα χέρια του πριν τον βάλει ξανά μέσα στην τσέπη του. Άναψε τσιγάρο και προχώρησε προς τα Εξάρχεια. Έπειτα από μερικά μέτρα είδε τους εργάτες του Δήμου να αδειάζουν τον κάδο στο σκουπιδιάρικο. Φύσηξε ψηλά τον καπνό και άρχισε να σιγομουρμουρίζει ένα παλιό τραγούδι που του έλεγε η μάνα του πριν κοιμηθεί, σαν νανούρισμα:
 
- Πού να `σαι αλήθεια το βράδυ αυτό
που είμαι μόνος, μα τόσο μόνος
και που μαζί μου παίζουν κρυφτό
πότε η θλίψη και πότε ο πόνος.
 
-2-
Ο αστυνόμος Σεβαστιανός στάθμευσε το καταπονημένο- από το άτσαλο οδήγημα του ίδιου- πράσινο Toyota του σε μια πάροδο της Χαριλάου Τρικούπη και κατευθύνθηκε με τα πόδια προς την πολυκατοικία που έλαβε χώρα το φονικό. Κοίταξε το κινητό του. Η ώρα ήταν περασμένες πέντε και το σκοτάδι δεν έλεγε να δώσει τη θέση του στο πρωινό φως. Φορώντας το γκρι κουστούμι του και τη μαύρη γραβάτα του βλαστημούσε θεούς και δαίμονες που τον ξύπνησαν χαράματα με όλο αυτό το ψοφόκρυο για να  παραβρεθεί στον  τόπο του εγκλήματος. «Να δούμε ποιον πούστη ξεπάστρεψαν πάλι και τρέχουμε πρωϊνιάτικα», σκεφτόταν ψάχνοντας τις τσέπες του.
 
«Άει γαμήσου μαλάκα, ξέχασες τα τσιγάρα σου», σκυλόβριζε τον εαυτό του ενώ ταυτόχρονα κοιτούσε για κανένα ανοιχτό περίπτερο. Τίποτα, όλα κλειστά. «Τι διάολο κανείς δεν ξυπνάει σ’ αυτήν την κωλοπεριοχή»;  Από μικρός ξεχνούσε συνεχώς. Πάντα στο σχολείο έπαιρνε τα μισά βιβλία από όσα χρειάζονταν στους σαδιστές δασκάλους για να τον παρά- μορφώσουν αυτόν και τους υπόλοιπους δύσμοιρους συμμαθητές του. «Άντε παιδιά ετοιμαστείτε για μαθηματικάκια. Σήμερα έχουμε διαίρεση», θυμήθηκε με αφορμή την ελεεινή μνήμη του τα λόγια της δασκάλας του στο δημοτικό όταν μετά από ένα σαββατοκύριακο ανέμελης ραθυμίας ερχόταν κατόπιν αυτή με σαρδόνιο ύφος  και έβγαζε δευτεριάτικα την αγαμία της- αφού ούτε να το παίξει δεν ήταν ικανή-  πάνω στα παιδιά.
 
Και να σου ο Σεβαστιανός στον πίνακα έχοντας ξεχάσει να λύσει τις γαμημένες τις ασκήσεις που δημιούργησαν τα αυνανιστήρια οι μαθηματικοί – οι οποίοι σύμφωνα με το Σεβαστιανό ήταν μέλη μιας κρυφής σέκτας σπυριάρηδων λακέδων με μικροσκοπικούς φαλλούς ανάξιους ακόμα και για την παραγωγή σοβαρής ποσότητας σπέρματος κατά τον αυνανισμό και οι οποίοι επειδή δεν μπορούσαν να σταυρώσουν μουνί αποφάσισαν να βασανίζουν τον υπόλοιπο κόσμο με άσκοπες πράξεις, άκαυλους μαθηματικούς τύπους και άγνωστους παρονομαστές για μεγάλα πάνω κεφάλια και αχρησιμοποίητα κάτω κεφάλια ξεχασμένα μέσα σε κοτλέ παντελόνια και συνοδευόμενα από αμφιφυλοφιλικά ριγέ πουλόβερ- να μην μπορεί να διαιρέσει το δύο με το ένα.
 
 
«Πάντα ο ίδιος  Αντρέα», του έλεγε η σαδίστρια δασκάλα με την γαμψή μύτη, την αραχνιασμένη τρύπα και την κακοχυμένη μουτσούνα. «Κάτσε κάτω. Τι θα κάνεις στη ζωή σου; Κοίτα το Μιχάλη τι ωραία που λύνει τις ασκήσεις». Πράγματι, ο Μιχάλης ήξερε από διαίρεση. Στην εφηβεία τού διαιρούσε τον κώλο ο παραγιός του μπακάλη μέχρι που τους κόψανε πίσω από τα σακιά με τις πατάτες. Τους μάζεψε η αστυνομία, τους σάπισαν στο ξύλο και ο Μιχαλάκης διαιρεί τον κώλο του τώρα στην Αγγλία ενώ ο παραγιός επέστρεψε στην Ανδραβίδα, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά και τα βράδια τη στήνει σε κωλόμπαρα για κανένα αντρικό κώλο ή έστω γυναικείο από την πρώην Σοβιετική Ένωση.  
 
Από μακριά είδε τα περιπολικά και την κορδέλα της αστυνομίας να φωσφορίζει στο σκοτάδι. Πλησίασε με ύφος κομπλεξικού Εσατζή. Ύφος που το κληρονόμησε από το χουντικό πατέρα του που διέπρεψε σε βασανιστήρια αντιφρονούντων- που μετά είτε ακολούθησαν το δρόμο του πουρέηντζερ με το ζιβάγκο και της ξανθούλας που κουνιόταν και πέφτανε τα αεροπλάνα είτε απέμειναν επαγγελματίες απόφοιτοι του αντάρτικου -για κλάματα - του Πολυτεχνείου και βολεύονται με κανένα τσιγαριλίκι, κανένα πιττόγυρο πέριξ των Εξαρχείων, κανένα κατουρόζουμο με έντονη γεύση λυκίσκου και κανένα συφιλιασμένο γαμήσι με δανεική καπότα- κατά τη διάρκεια  της δικτατορίας των λοβοτομημένων χαρτογιακάδων των ενόπλων δυνάμεων που πληρωνόντουσαν για να βγάλουν στο σφυρί ό, τι είχε απομείνει από μια ξεπεσμένη χώρα που ακόμα αναζητούσε την ελιά, τη βάρκα και το αμπέλι του νομπελίστα ποιητή που ζούσε στο διαμέρισμα του στο Κολονάκι και αγνάντευε τη θάλασσα που κυλούσε στα πεζοδρόμια της Σκουφά. 
 
- Καλημέρα αστυνόμε, στάθηκε προσοχή ο υπαστυνόμος Παντελή.
- Τι καλημέρα μου λες υπαστυνόμε; Αν ήταν καλή η μέρα δεν θα έβλεπα τη φάτσα σου πρωϊνιάτικα. 
Ο υπαστυνόμος δεν απάντησε ξέροντας ότι αν του έλεγε ότι ούτε αυτός γουστάρει τη μουντρουχιά της αφεντομουτσουνάρας του την επόμενη μέρα θα στεκόταν ουρά στα συσσίτια της φιλεύσπλαχνης εκκλησίας του αδελφάτου των ρασοφόρων. 
- Ποιο φάγανε πάλι;
- Τον καθηγητή της Παντείου Ματθαίο Γιοβάνογλου. Τρείς μαχαιριές σε τρία διαφορετικά μέρη του σώματος. 
- Ποιος τον βρήκε;
- Η κοπέλα που κάθεται στον πάγκο του θυρωρού. Επέστρεψε γύρω στις…
- Θα μού τα πει η ίδια. Ήρθε ο ιατροδικαστής;
- Μάλιστα αστυνόμε, είναι μέσα στην πολυκατοικία. 
 
Ο αστυνόμος πλησίασε στην είσοδο όπου δύο νεαροί αστυνομικοί στεκόντουσαν σε χαλαρή στάση με το φραπέ στο χέρι. Μόλις τον είδαν- αργά για τα γούστα του Σεβαστιανού- έκαναν μιαν άτσαλη κίνηση να τον χαιρετίσουν με κωμικό αποτέλεσμα. 
 
- Μου δίνετε τους καφέδες σας;
- Μάλιστα αστυνόμε, είπαν σαν καλοκουρδισμένη και φοβισμένη χορωδία παιδόφιλου μουσικού που οραματίζεται να έχει το ποιητικό βίο του Λόρδου Μπάιρον- γνωστού  σάτυρου της εποχής της παλιγγενεσίας- και του έδωσαν τα πλαστικά ποτήρια με το σκούρο καφεϊνούχο ρόφημα.  Με μια κίνηση ο Σεβαστιανός τα πέταξε στον κάλαθο που βρισκόταν μπροστά από την πολυκατοικία. 
- Εδώ δεν ήρθατε για να πείτε τα δικά σας και να πιείτε το καφεδάκι σας σαν αργόσχολες νοικοκυρές. Εδώ επιτελείτε έργο. Έγινα αντιληπτός, φώναξε κοιτάζοντας γύρω του μην τυχών και δεν τον άκουσε κανείς. Άχρηστοι μαλάκες. Μπλέξαμε με άχρηστους ρεμπεσκέδες. Εδώ κατάντησε η αστυνομία. Να εργοδοτεί το κάθε σούργελο που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον πρωινό του καφέ ακόμα κι όταν ο κόσμος χαλιέται γύρω του. Μην σας ξαναδώ μπροστά μου.
- Που να πάμε, ρώτησε βλακωδώς ο ένας εκ των δύο- κατά τα λεγόμενα του Σεβαστιανού- ρεμπεσκέδων.
- Αγόρι μου είσαι ηλίθιος; Είσαι ζωντόβολο; Η πολλή μαλακία και οι τζάμπα διαδικτυακές τσόντες σου φύρανανε τον εγκέφαλο; Πρόσεξε γιατί δεν το έχω σε τίποτα να σε κοπανήσω κάτω σαν χταπόδι στη μέση αυτού του γαμόδρομου.  
 
Κάτι η παρομοίωση με το χταπόδι και το απαραίτητο κοπανημα αυτού, κάτι ο γαμόδρομος, κάτι η αγριεμένη και παλιομοδίτικη φάτσα του αστυνόμου με την ελαφριά καράφλα στο πίσω μέρος του κεφαλιού, κάτι τα πρόσωπα των δυστυχισμένων αστυνομικών με τα απλανή βλέμματα- που θύμιζαν τη μούρη του Στάν Λώρελ όταν τα έκανε μαντάρα- έκαναν τον υπαστυνόμο Παντελή να κρύψει με δυσκολία ένα ελαφρύ χαχανητό.
- Σε άκουσα υπαστυνόμε, είπε ο αστυνόμος  καθώς έμπαινε στην πολυκατοικία.   Προχώρησε προς τον ιατροδικαστή καλημερίζοντας και απλώνοντας του το χέρι.
 
- Καλημέρα αστυνόμε, είπε ο ιατροδικαστής που χαιρόταν πολύ κατά βάθος που δεν βρισκόταν στη δικαιοδοσία του Σεβαστιανού.
- Τι έχουμε Νίκο; είπε κοιτώντας το πτώμα που βρισκόταν σε μια λίμνη αίματος με τα μάτια του ακόμη ορθάνοιχτα.
- Τρείς μαχαιριές αστυνόμε. Μία στο λαιμό, μία στην καρδιά και μία στο στομάχι. Και οι τρείς με αμβλύ αντικείμενο – μάλλον μαχαίρι- ικανές να σκοτώσουν το θύμα. Απλά ο δολοφόνος ήθελε και είχε το χρόνο να ολοκληρώσει το βίαιο έγκλημα του με συνεχόμενα χτυπήματα.
- Ωραία, είπε με το βλέμμα στο ματωμένο τοίχο που πρέπει να είχε βαφτεί πρόσφατα αυξάνοντας τα κοινόχρηστα των ενοίκων. 
- Αναμένω την ιατροδικαστική αναφορά στο γραφείο μου Νίκο.
- Θα την έχετε μέσα στη μέρα.
Ένας αστυνομικός πλησίασε το Σεβαστιανό.
- Αστυνόμε, βρήκαμε κάτι στο χώρο του εγκλήματος.
- Τι; 
- Μία γαρδένια πάνω στο νεκρό σώμα.
- Γαρδένια;
- Ναι. Αφημένη πάνω στο νεκρό. 
- Καλός ανώμαλος κι ο δολοφόνος. Πρώτα σκοτώνει και μετά πετάει γαρδένιες. Να σταλεί στα εργαστήρια, να κάνουν κι αυτοί κάτι. Βρέθηκε τίποτε άλλο.
- Ναι. Μια ματωμένη καμπαρτίνα πάνω στη σκάλα. Δεν ξέρουμε αν άνηκε στο θύμα ή στο δολοφόνο. 
- Να εξεταστεί το αίμα που βρέθηκε πάνω της. Θέλω όλα τα στοιχεία εντός των ημερών. Δεν θα ψάχνουμε να βρούμε την άκρη χριστουγεννιάτικα. Θέλω γρήγορα αποτελέσματα να τους πεις. Δεν μου λες: η κοπέλα στην είσοδο βρήκε το νεκρό; ρώτησε δείχνοντας μιαν ξανθιά γύρω στα 25- 30 με τεράστια βυζιά άνισα με το υπόλοιπο σώμα της.
- Ναι. Αυτή που κάθεται στον πάγκο. 
- Κανένας άλλος είδε κάτι;
- Όχι αστυνόμε. Τα περισσότερα διαμερίσματα εδώ είναι γραφεία. Οι μόνοι που έμεναν εδώ ήταν το θύμα, η κοπέλα με το φίλο της που λείπει σε ταξίδι στο χωριό του και μια ηλικιωμένη που ούτε ακούει ούτε βλέπει.  
- Ωραία. Μην αφήσετε κανένα να μπει στην πολυκατοικία μέχρι να τελειώσουν οι έρευνες, είπε και πλησίασε τη νεαρή κοπέλα που καθόταν στον πάγκο του θυρωρού και συζητούσε με τον υπαστυνόμο Παντελή που εισήλθε στα ενδότερα με την άφιξη του Σεβαστιανού και κρατούσε την κοπέλα από τους ώμους έχοντας ένα σαχλό ύφος κορτάκια γεμάτο «κατανόηση» για τις δύσκολες στιγμές που πέρασε αντικρίζοντας το φρικτό θέαμα, ενώ στο πίσω μέρος του μυαλού του την έγδυνε και την πετούσε στο μονό του κρεβάτι ασελγώντας στα – μετέπειτα μητρικά της - στήθη.
- Υπαστυνόμε, η κοπελιά έχει φίλο μην χάνεις τον καιρό σου.
- Μα.. αστυνόμε εγώ…
- Ξέρω- ξέρω από αστυνομικό δαιμόνιο. Λοιπόν, εσείς βρήκατε το νεκρό;
- Ναι. Ήταν γεμάτος αίματα. Πεσμένος στη σκάλα.
- Ηρεμήστε. Δεν θα σας κουράσουμε. Τι ώρα τον βρήκατε;
- Γύρω στις 2 το πρωί. Επέστρεφα από μια φίλη μου. Με το που άναψα το φως αντίκρισα αίματα στον τοίχο και το πτώμα πεσμένο στη σκάλα. Πάγωσα. Άρχισα να φωνάζω αλλά μετά από δευτερόλεπτα συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει κανείς στα γραφεία. Βγήκα έξω και πήρα τηλέφωνο την  αστυνομία.
- Είδατε κάτι ή κάποιον να μπαίνει ή να βγαίνει στην πολυκατοικία ή έστω να βρίσκεται στο δρόμο;
- Κανένα.  
- Βρήκατε κάτι που σας κίνησε την περιέργεια;
- Τι εννοείτε;
- Κάποιο μαχαίρι ή κάποιο άλλο αντικείμενο;
- Όχι. Μόνο το νεκρό σώμα πρόλαβα να δω και έφυγα. 
- Γνωρίζατε το θύμα; 
- Όχι. Μόνο καμιά καλημέρα ανταλλάζαμε.  Βλέπετε εδώ δεν υπάρχουν γείτονες όπως σε άλλες πολυκατοικίες. Εδώ τα περισσότερα διαμερίσματα είναι γραφεία. Μόνο εγώ με το φίλο μου μένουμε εδώ και μια ηλικιωμένη στον πέμπτο. 
- Τα υπόλοιπα είναι λοιπόν γραφεία που λειτουργούν το πρωί;
- Ναι εκτός από ένα- δυο ακατοίκητα διαμερίσματα.
- Υπαστυνόμε μίλησε κανείς σας με την… πως την είπαμε την ηλικιωμένη;
- Κυρία Γεωργία. Κυρία Γεωργία Αυλάμη. Μένει στον πέμπτο. 
- Μίλησα εγώ μαζί της αστυνόμε αλλά δεν άκουσε τίποτα. Εδώ καλά- καλά δεν άκουγε εμένα όταν της μιλούσα σιγά μην άκουσε το δολοφόνο.
- Λοιπόν, υπαστυνόμε- είπε χαμηλόφωνα τραβώντας τον σε απόσταση από την κοπέλα- θα πάμε στο τμήμα και θα ψάξεις να βρεις στοιχεία σχετικά με το θύμα. Θέλω οι έρευνες να ολοκληρωθούν πριν την παραμονή Χριστουγέννων. Έχουμε 6 μέρες μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου. Αν είσαι καλό παιδί θα στείλω γράμμα στον Άγιο Βασίλη και θα πάρεις κι εσύ το δωράκι σου. ‘Έγινα αντιληπτός;
- Μάλιστα αστυνόμε.
- Ακολουθά με και πάρε μαζί σου το βοηθό σου- ξέρεις αυτόν τον ξύπνιο που του περνιέσαι για καμπόσος. Θα σας βρω στο τμήμα.
Περνώντας ανάμεσα από τεντωμένα σώματα που χαιρετούσαν με δέος τον κομπλεξικό αστυνόμο, ο Σεβαστιανός κατευθύνθηκε προς το αμάξι του. Με το που το αντίκρισε μια βλαστήμια έφυγε από το στόμα του.
- Γαμώ την τύχη μου, φώναξε κοιτώντας τους δύο μπροστινούς τροχούς που ήταν ξεφούσκωτοι. Πλησίασε και είδε τα δύο ελαστικά χαρακωμένα και σκισμένα. «Ποιος μαλάκας το έκανε αυτό»; σκέφτηκε. «Γαμώ τα Εξάρχεια μου γαμώ και τους άχρηστους που μαζεύονται εδώ».  Έβγαλε το κινητό του από την τσέπη του και κάλεσε τον υπαστυνόμο:
- Έλα Χρήστο, Σεβαστιανός εδώ. Που είσαι;
-
- Ήμουνα σίγουρος. Μείνε εκεί που είσαι, έρχομαι.
- ….
- Κάτι τσογλάνια- φώναξε λες και θα τον άκουγαν- μού έσκισαν τα λάστιχα με τις πρεζοσύριγγές τους.  Σε δύο λεπτά είμαι εκεί.
 
Με τα πόδια έφτασε στην Πανεπιστημίου όπου ο υπαστυνόμος Παντελή με τον «Ξύπνιο» αστυνομικό περίμεναν να πάρουν τον καφέ τους από ένα μικρό καφέ που πουλάει καφέδες του ποδαριού – όχι γιατί τον παίρνεις και τον πίνεις στο πόδι- αλλά γιατί είναι σαν ποδαρόζουμο με συνθετικό καφέ από μεταλλαγμένες φυτείες αμερικανών επιστημόνων στη Λατινική Αμερική που τη σοδειά συλλέγουν ανήλικα παιδιά υπό την απειλή όπλου για ένα πιάτο φαί στην καλύτερη περίπτωση.
 
- Εδώ αστυνόμε. 
- Ευτυχώς σας πρόλαβα. Αν και ήμουνα σίγουρος. Κανένας έλληνας αστυνομικός δεν φημίζεται για την ταχύτητα του. 
- Τι έγινε; ρώτησε ο υπαστυνόμος μην δίνοντας σημεία στα γνωστά σε όλους πικρόχολα σχόλια του ανώτερου του που δεν τον ένοιαζε να τους κάνει ρεζίλι δημοσίως.
- Τι να γίνει ρε Χρήστο. Κάτι αποβράσματα της περιοχής θέλησαν να σπάσουν πλάκα πρωί- πρωί και την πλήρωσα εγώ. Κάτσε να πάρω κι εγώ έναν καφέ και θα ειδοποιήσω να έρθουν να πάρουν το αυτοκίνητο. Πλησίασε στον πάγκο εξυπηρέτησης με ξινισμένο ύφος και πριν προλάβει να παραγγείλει τον καφέ του άκουσε τη χαρακτηριστική φράση από μία αγουροξυπνημένη υπάλληλο με έντονη βαρεμάρα στο βλέμμα :
- Περάστε πρώτα από το ταμείο.
- Που είναι το ταμείο;
- Εκεί, είπε δείχνοντας του έναν καράφλα που καθόταν μόλις μισό μέτρο από το χώρο που φτιαχνόντουσαν οι καφέδες.
- Γιατί ο κύριος είναι βαρήκοος και δεν μπορεί να ακούσει την παραγγελία μου αν δεν σταθώ απέναντι του;
Απάντηση δεν πήρε βέβαια, εκτός από ένα ελαφρύ υποδόριο βρισίδι τόσο από την υπάλληλο με τη σοβαρή απασχόληση του σερβιρίσματος του καφέ όσο και από τον καράφλα που χασμουριόταν αλλεπάλληλα μην μπορώντας να συνειδητοποιήσει πως έφτασε να πενηνταρίσει και ακόμα πουλάει καφέδες ενώ κάποτε είχε ονειρευτεί τον εαυτό του  να ασχολείται με αρκούντος αξιόλογα πράγματα.
- Παρακαλώ τι θα θέλατε;
- Έναν καφέ;
- Τι καφέ;
- Έχετε και πολλούς. Έναν ελληνικό μέτριο.
- Μάλιστα. Διπλό ή κανονικό;
- Κάνε τον διπλό. 
- Τέσσερα ευρώ και ογδόντα λεπτά.
- Φαντάζομαι ότι ο καφές σας περιέχει κόκκους χρυσού μέσα για να στοιχίζουν τόσο δύο κουταλάκια. Βέβαια μπορεί να είναι και η ζάχαρη. Μπορεί να προέρχεται από  ζαχαροκάλαμα της πεδιάδας των τελευταίων μονόρχιδων χοιροβοσκών του Αμαζονίου και στοιχίζει πολλά η εισαγωγή της. Απάντηση, βέβαια, δεν πήρε. Έβγαλε από την τσέπη του τα χρήματα τα έριξε στον πάγκο και καθώς περίμενε έριχνε κρυφές ματιές στις τυρόπιττες, τη βρώση των οποίων του είχε απαγορεύσει ο γιατρός του λόγω των τελευταίων αναλύσεων του, οι αριθμοί των οποίων έφταναν σε μεγάλη κλίμακα με τη χοληστερίνη και τα τριγλυκερίδια να έχουν στήσει γλέντι τρικούβερτο μέσα στα αιμοφόρα αγγεία του . 
- Δεν μου λες, οι τυρόπιττες σου είναι καλές ή είναι απ’ αυτές που μόλις τις φας πας για γαστροσκόπηση προκειμένου να προλάβεις τη γαστρορραγία; 
- Πολύ καλές κύριε, ολόφρεσκες, είπε κοιτώντας την ουρά που άρχισε να δημιουργείται εξαιτίας του αγενή και επίμονα εριστικού πελάτη που για λόγους επαγγελματικής ευγένειας δεν μπορούσε να σκυλοβρίσει. Ο υπαστυνόμος με τον καφέ στο χέρι και με μεγάλη απόγνωση στα μάτια πήρε τον καφέ του και βγήκε στο πεζοδρόμιο με τον «Ξύπνιο».
- Βάλε μου μία και κράτα τα λεφτά από το δεκάευρω. 
Με αυτά και μ’ αυτά πήρε τον καφέ του και την τυρόπιττα και βγήκε έξω ανακουφίζοντας τους υπαλλήλους.
- Λοιπόν υπαστυνόμε πιείτε στα γρήγορα τον καφέ σας και φύγαμε. 
- Τον πίνουμε και στο περιπολικό…
- Ναι μωρέ γιατί όχι. Κάνουμε και μια παρτίδα τάβλι όσο θα οδηγά ο «Ξύπνιος» από δω. Τι είναι το περιπολικό Χρήστο; Καφετέρια με ρόδες για να αράζεις και να πίνεις τον καφέ σου; Πάω να πάρω τσιγάρα από απέναντι και μέχρι να γυρίσω να έχετε πιει τον καφέ σας, να έχετε πετάξει τα ποτήρια στην ανακύκλωση- διότι τον έκοψα εγώ το μικρό ότι είναι της ανακύκλωσης, το σέβεται το περιβάλλον και τους μεγαλοκαρχαρίες που τα τσεπώνουν προστατεύοντας το- και να με περιμένετε στο περιπολικό. Χωρίς να περιμένει απάντηση, αφού ο ίδιος πίστευε ότι ο λόγος του αρκούσε για να σταθεί προσοχή ακόμα και ο Ιωάννης Μεταξάς – που τόσο εκτιμούσε κατά βάθος και κατά πλάτος όντας γεννημένος και μεγαλωμένος με τα ιδεώδη μιας συντηρητικής οικογένειας με το σεμεδάκι πάνω από την τηλεόραση να καλύπτει τη μισή οθόνη- πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο για να πάρει τσιγάρα. Ο υπαστυνόμος πέταξε με δύναμη τον καφέ στον κάλαθο και μπήκε στο περιπολικό.
- Τι με κοιτάς ρε Γιώργο; Πέτα τον. Με το μαλάκα που μπλέξαμε σήμερα.
Ο νεαρός αστυνομικός χωρίς να πει κουβέντα πέταξε τον καφέ του και μπήκε στο περιπολικό. 
- Τι  μαλάκας άνθρωπος κι αυτός ο «Δυσκοίλιος» ρε παιδί μου, συνέχισε ο υπαστυνόμος. 
- Δυσκοίλιος;
- Έτσι τον φωνάζουμε στα μουλωχτά. Μην με ρωτήσεις γιατί. Νομίζω καταλαβαίνεις πόσο κομπλεξικός είναι. Μια του φταίει ο καφές, μια του φταίει το ξύρισμα μας, μια του φταίει το ένα μια το άλλο. Τον βαρέθηκα. Να βγει στη σύνταξη να ησυχάσουμε.
- Είναι καλός αστυνομικός λένε.
- Καλός… Τέλος πάντων. Καλός αρχίδας είναι.  
- Έχει καλό όνομα στο σώμα. Λένε, μάλιστα, ότι δεν ανέβηκε σε αξίωμα λόγο του χαρακτήρα του. 
- Άκου να σου πω: ένα παραφουσκωμένο αρχίδι είναι που μας κάνει τη ζωή δύσκολη. Τέλος πάντων έρχεται.
Ο αστυνόμος άνοιξε την πόρτα του περιπολικού και έκατσε στη θέση του συνοδηγού. 
- Λοιπόν, εγώ δεν θα έρθω μαζί σας. Θα μού φτιάξουν το λάστιχο επί τόπου και θα έρθω με το αυτοκίνητό μου. Χρήστο, εσύ με τον «Ξύπνιο» από δω θα πάτε στο τμήμα και σε καμιά ώρα θα έρθω κι εγώ. θέλω πλήρη αναφορά για το μακαρίτη τον καθηγητή. Τα λέμε εκεί. Και ήσυχα στο δρόμο. Μην ακούσω τα λάστιχα να σφυρίζουν ούτε να μάθω ότι κάνατε μαγκιές τύπου ένστολου πολλά βαρύ με αυτοκίνητο του Σώματος γιατί θα σας ανοίξω το κεφάλι με γαλλικό κλειδί.  Κατανοητό;
- Μάλιστα αστυνόμε, είπε ο αστυνομικός την ίδια στιγμή που ο υπαστυνόμος έπνιγε μια βρισιά για το σόι του αστυνόμου ανάμεσα στα δόντια του.
 
Ο Σεβαστιανός κατέβηκε από τ’ αμάξι, άναψε τσιγάρο και προχώρησε προς το αυτοκίνητο του λοξοκοιτάζοντας τους υφισταμένους του καθώς εκκινούσαν με δέος και φόβο από την Πανεπιστημίου.
 
-3-
Ο αστυνόμος καθόταν στο γραφείο του ψάχνοντας μέσα στα συρτάρια για τα αντιόξινα φάρμακα του, αφού η «ολόφρεσκη» τυρόπιττα κόντευε να του ανοίξει τρύπα στο στομάχι. Έπασχε από σοβαρά προβλήματα με το στομάχι του από παιδί. Μόνο που με το πέρασμα των χρόνων προστέθηκαν και άλλα. Το τελευταίο διάστημα- πέρα από τη χρόνια γαστρίτιδα- το στομάχι του δεν μπορούσε να κάνει σπασμούς και να αρχίσει η πέψη των τροφών- όπως του είπε ο γαστρεντερολόγος του- δίνοντας του έναν κατάλογο με τις τροφές που απαγορεύονταν. Ένας κατάλογος που θύμιζε στο Σεβαστιανό τηλεφωνικό κατάλογο λόγω του πάκου των σελίδων και τον οποίο φρόντισε να «χάσει» με αποτέλεσμα να καταβροχθίζει όλες τις αηδίες που συνήθιζε ανέκαθεν. Βρήκε το κουτί με τα αντιόξινα, πήρε δύο και τα έχωσε στο στόμα του εξαφανίζοντας τα στον οισοφάγο του με μπόλικο νερό. 
 
 
- Ναι, είπε μόλις χτύπησε η πόρτα.
- Αστυνόμε, βρήκα τα στοιχεία που μού είπατε σχετικά με το θύμα, είπε ο υπαστυνόμος και μπήκε στο γραφείο του Σεβαστιανού.
- Σ’ ακούω, είπε και του έδειξε μια καρέκλα, κάτι που δεν συνήθιζε αφού προτιμούσε να βασανίζει όρθιους τους υφισταμένους του. 
- Λοιπόν, το θύμα είναι ο Ματθαίος Γιοβάνογλου. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1960 και είναι καθηγητής στο Πάντειο πανεπιστήμιο στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών με σημαντική καριέρα στο εξωτερικό σε μεγάλα πανεπιστήμια. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι. Ο πατέρας του εργολάβος με πολλά ακίνητα και η μητέρα του δασκάλα που παράτησε τη δουλειά της όταν ο σύζυγος της έπιασε την καλή προκειμένου να μεγαλώσει τα παιδιά της. Σπούδασε στην Αγγλία και έζησε εκεί για καμιά δεκαριά χρόνια. Επέστρεψε στην Ελλάδα τη δεκαετία του 90 όπου και άρχισε την πανεπιστημιακή του καριέρα. Παντρεύτηκε μια συνάδελφο του- Ευαγγελία Κώνστα- αλλά μετά από μερικά χρόνια χώρισε. Η πρώην γυναίκα του ζει στο Παλαιό Ψυχικό σε σπίτι που της παραχώρησε ο ίδιος. 
- Άλλους συγγενείς;
- Έχει έναν αδελφό που ζει στην ίδια πολυκατοικία με την πρώην γυναίκα του και ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός και έχει κληρονομήσει την εργοληπτική εταιρεία του πατέρα τους. Παιδιά δεν έχει, παρά μόνο την κόρη του αδελφού του. 
- Ωραία υπαστυνόμε. Έχουμε διεύθυνση της πρώην γυναίκας του;
- Μάλιστα, είπε και του έδωσε ένα χαρτί με τη διεύθυνση και τον αριθμό. 
- Πολύ καλή δουλειά υπαστυνόμε. Δεν μου λες, έχεις καταλάβει γιατί νευριάζω μαζί σου και ώρες- ώρες θέλω να σου σπάσω τα παΐδια; 
Ο υπαστυνόμος δεν απάντησε συνεχίζοντας να κοιτάζει τις σημειώσεις του σαν φοιτητής που δεν φτάνει που κόπηκε στο ίδιο μάθημα για δέκατη φορά πρέπει να ακούσει και διάφορες εξηγήσεις για την ανικανότητα του να περάσει το μάθημα.
- Νευριάζω ρε Χρήστο διότι είσαι πολύ καλός αστυνομικός αλλά η μαλακία που έχεις στον εγκέφαλο δεν σ’ αφήνει να φτάσεις ψηλά. Τόσα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά έμαθα να αναγνωρίζω ποιοι έχουν ικανότητες και ποιοι όχι. Εσύ Χρήστο είσαι γνήσιος μπάτσος- κάτι που αποτελούσε τιμή για το Σεβαστιανό και μεγάλο προτέρημα- και μπορείς να μην παραμείνεις ένας απλός δημόσιος υπάλληλος. Τέλος πάντων, θα πάω να δω την πρώην γυναίκα του μακαρίτη, είπε και βγήκε από το γραφείο του. Σε μερικά δευτερόλεπτα άνοιξε ξανά την πόρτα και είδε τον υπαστυνόμο να κάθεται στην καρέκλα όπως τον άφησε. 
- Τι θα γίνει υπαστυνόμε; Θα μείνεις στο γραφείο μου;
- Συγγνώμη, ξεχάστηκα.
- Ε! ρε παιδί μου με όλους εσάς εδώ πέρα, φώναξε και άρχισε να κατεβαίνει βιαστικά τα σκαλιά του τμήματος την ίδια στιγμή που ο υπαστυνόμος εξακολουθούσε να είναι σοκαρισμένος από την- επιδερμικά- καλή κουβέντα που του είπε ο αστυνόμος. Δεν τον είχε συνηθίσει σε κάτι τέτοια και μάλλον δεν τα προτιμούσε.  
 
-4-
 
 
Το σπίτι της πρώην συζύγου του καθηγητή βρισκόταν επί της λεωφόρου Μουσών, κοντά  στο παλιό γηροκομείο. Ο Σεβαστιανός στάθμευσε σε μια πάροδο και περπάτησε επί της λεωφόρου. Βρήκε με σχετική ευκολία το σπίτι- ένα παλιό μα καλοδιατηρημένο- διώροφο με ένα μικρό και περιποιημένο κήπο στον οποίο άραζαν διάφοροι αργόσχολοι γάτοι που λιάζονταν μακάρια γλύφοντας τη γούνα τους. Χτύπησε το κουδούνι που έγραφε το όνομα Ευαγγελία Κώνστα στο θυροτηλέφωνο και περίμενε.
 
- Παρακαλώ, ακούστηκε μια ένρινη φωνή.
- Αστυνόμος Σεβαστιανός, θα ήθελα κυρία Κώνστα να σας απασχολήσω για λίγη ώρα. Πρόκειται για…
- Ξέρω. Στον πρώτο όροφο παρακαλώ.
Μπήκε στο εσωτερικό του διώροφου, διακοσμημένο με αρκετές γλάστρες εισόδου – σαν αυτές που ομορφαίνουν τους άδειους χώρους και κάνουν την εσωτερική μας κενότητα να φαντάζει ακόμα πιο μεγάλη- και ανέβηκε με τα πόδια στον πρώτο όροφο. 
- Καλησπέρα, άκουσε την ίδια φωνή να του λέει από τη μισάνοιχτη πόρτα. 
- Καλησπέρα. Με συγχωρείτε που δεν ειδοποίησα. Για να πω την αλήθεια ούτε που το σκέφτηκα.
- Τυχαία με βρήκατε σήμερα εδώ. Τέτοια ώρα έχω μάθημα στο πανεπιστήμιο απλά σήμερα μετά τα χθεσινά δεν μπορούσα να πάω στη δουλειά μου.
- Καταλαβαίνω, είπε ο Σεβαστιανός και μπήκε στο διαμέρισμα. Ένα ευρύχωρο οροφοδιαμέρισμα γεμάτο ράφια με βιβλία, τεράστιους ζωγραφικούς πίνακες και μουσικά όργανα ιθαγενών στους τοίχους.
- Καθίστε, του είπε δείχνοντας του τον καναπέ που βρισκόταν απέναντι από ένα μεγάλο τζάκι στο γείσο του οποίου βρίσκονταν φωτογραφίες από ταξίδια.
- Θα πάρετε κάτι;
- Μην σας βάζω σε κόπο.
- Κανένας κόπος. θα φτιάξω ελληνικό καφέ να σας φτιάξω κι εσάς ένα;
- Πολύ ευχαρίστως. 
- Πως τον πίνετε;
- Μέχρι πρότινος γλυκύ, τώρα μέτριο.
- Κατάλαβα. Υπάρχει γιατρός στη μέση, είπε χαμογελώντας δείχνοντας μια σειρά από κατάλευκα δόντια πριν απομακρυνθεί στο μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στην κουζίνα.
 
Η πρώην σύζυγος του καθηγητή είχε ένα πολύ ευχάριστο παρουσιαστικό που μαρτυρούσε ότι σε προηγούμενα χρόνια δεν θα περνούσε απαρατήρητη. Τα μακριά- βαμμένα- ξανθά μαλλιά της πλαισίωναν  ένα σχετικά όμορφο μα ρυτιδιασμένο πρόσωπο με δυο γαλάζια μάτια πίσω από τα γυαλιά. Η λεπτή σιλουέτα της και οι τρόποι της- μέχρι στιγμής- εξέπεμπαν αυτό που λέμε σικάτη, μεγαλοαστή κυρία. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας διατηρούσε ακόμη τους πολύ καλούς τρόπους που έμαθε από την οικογένεια της η οποία έχασε όλα της τα λεφτά με το θάνατο του πατέρα της.
 
Σπούδασε με υποτροφία στο εξωτερικό και από τότε που πήρε θέση στο ελληνικό πανεπιστήμιο βασανίζει τους φοιτητές της με τις αποστειρωμένες ιδέες της – οι οποίες ζέχνουν ναφθαλίνη από έναν περασμένο αιώνα όπου οι άνθρωποι ζούσαν σε γυάλινους κόσμους με έπιπλα μινιατούρες για αριστοκρατικούς κώλους, ζωγραφιστά φλιτζανάκια του τίλιου και άπταιστα γαλλικά υπό τους ήχους του πιάνου, με γυναίκες που χρησιμοποιούσαν κλανιόλες προκειμένου να μην θίξουν τον αστό σύζυγο τους με τους εντερικούς τους ήχους και ο οποίος σύζυγος βολευόταν με τη βιζαρού γραμματέα του που ήρθε από το χωριό και κατάλαβε νωρίς ότι για να επιβιώσει στην πρωτεύουσα πρέπει να ξαλαφρώνει τους σταφιδιασμένους όρχεις του αφεντικού της, χωμένη κάτω από το γραφείο, με το καλλίγραμμο στόμα της, την ίδια στιγμή που η αραχνιασμένη σύζυγος πολλά βράδια ποθούσε ένα μεγάλο και χοντρό αντρικό μόριο, υγραίνοντας την κιλότα της με αυτές τις σκέψεις, αφού αυτό του συζύγου της  δεν αρκούσε ούτε για καθάρισμα των αυτιών της  και τελικά βολευόταν με το διάβασμα κλασσικής λογοτεχνίας και τις ανικανοποίητες, μεταμεσονύχτιες φαντασιώσεις της τις οποίες θα ζήλευε ακόμα και ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ- και τις παράλογες ακαδημαϊκές της απαιτήσεις που αποτελούσαν εμπόδιο να πάρουν τα μαθήματα της μεγάλη μερίδα φοιτητών.
 
Φρόντιζε, μάλιστα, να βασανίζει ιδιαίτερα τους υποψήφιους διδάκτορες της αναφορικά με τον τρόπο που έπρεπε να γράφουν τις διατριβές τους βάσει του εκφραστικού και συντακτικού προτύπου της εποχής του Ροΐδη και οι οποίοι φημολογείται- στους ακαδημαϊκούς κύκλους πάντα-  ότι είχαν ιδρύσει ένα μυστικό σύλλογο στον οποίο μαζεύονταν συχνά- πυκνά προκειμένου να πετάξουν βελάκια στη φωτογραφία της που είχαν κρεμάσει σε περίοπτη θέση στο υπόγειο διαμέρισμα του συλλόγου τους.
 
- Ορίστε κύριε…
- Σεβαστιανός. Αντρέας Σεβαστιανός, αστυνόμος. Έχω αναλάβει τη δολοφονία του συζύγου σας.
- Πρώην σύζυγος, είπε και κάθισε στην πολυθρόνα που βρισκόταν απέναντι του.
- Σωστά. 
- Σε τι θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμη;
- Θα ήθελα να μού πείτε κάποια πράγματα που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν σχετικά με την εξιχνίαση της δολοφονίας του συζύ.. του πρώην συζύγου σας. 
- Τι να σας πω… Ο Ματθαίος έκανε πολύ εύκολα εχθρούς γιατί είχε ένα μεγάλο κουσούρι. Δεν μπορούσε να δει μικρούλα στη σχολή – η οποία θα του γυάλιζε- και να μην κάνει τα αδύνατα – δυνατά για να τη ρίξει στο κρεβάτι του. Εγώ τον γνώρισα λίγο καιρό αφ’ ότου  επέστρεψα από τη Γαλλία- το 95 αν δεν κάνω λάθος-  όπου και σπούδαζα. Αυτός τότε ήταν Επίκουρος Καθηγητής στην Πάντειο στο τμήμα πολιτικών επιστημών.  Νέος, πολύ όμορφος, πλούσιος και με προδιαγεγραμμένη πορεία στον ακαδημαϊκό χώρο. Δυνατό μυαλό γεμάτος όρεξη να ταράξει τα λιμνάζοντα- όπως έλεγε-  νερά των ελληνικών πανεπιστημίων. Είχε ήδη εργαστεί στο Λονδίνο ως ερευνητής σε σημαντικά πανεπιστήμια και ήταν έτοιμος για μια λαμπρή καριέρα. Όλο το μέλλον ήταν μπροστά του.  Δυστυχώς, όμως, δεν επαληθεύτηκαν οι προσδοκίες αυτών που πίστεψαν στο Ματθαίο. Ξεκίνησα κι εγώ, λοιπόν, την πανεπιστημιακή μου καριέρα στο ίδιο τμήμα του Παντείου. Τον θαύμαζα πολύ. Είχε αυτό που λέμε μανιέρα. Ο τρόπος που μιλούσε, που δίδασκε ακόμη και ο θρασύς τρόπος που θύμωνε με τους συναδέλφους μας στις συνελεύσεις με γοήτευε. Από την πρώτη στιγμή που τον είδα ήμουνα βέβαιη ότι αυτός ήταν ο πρίγκιπας που πιστεύουμε εμείς οι γυναίκες. Αρχίσαμε να βγαίνουμε και να πηγαίνουμε σε συνέδρια σε Ελλάδα και εξωτερικό. Σε ένα συνέδριο στη Θεσσαλονίκη μού πρότεινε να βγούμε μετά το τέλος των ομιλιών. Δέχτηκα και μετά από ένα χρόνο παντρευτήκαμε. Τα πρώτα πέντε χρόνια του κοινού μας βίου ήταν ονειρικά. Γεμάτα… μαγεία. Ναι, γεμάτα μαγεία και πάθος.  Αυτός ένας πολλά υποσχόμενος ακαδημαϊκός που μου αρκούσε να ζω στη σκιά του. Σταδιακά, όμως, άρχισε να ξενοκοιτάζει. Πότε με τις άλλες καθηγήτριες, πότε με τις φοιτήτριες του, πότε με διάφορες που γνώριζε από δω κι από κει. Όλοι το ήξεραν. Όλοι το ψιθύριζαν μεταξύ τους κι εγώ έκλεινα τ’ αυτιά μου. Δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτόν. Η δουλειά του άρχισε να παίρνει τον κατήφορο. Σταμάτησε να ενδιαφέρεται για τις μεγάλες του ιδέες, σταμάτησε να γράφει καινοτόμα συγγράμματα αλλά εξακολουθούσε να ανεβαίνει στις ακαδημαϊκές βαθμίδες. Ξέρετε, στην Ελλάδα δεν εξαρτάται από το έργο σου για να δεις τον εαυτό σου από Λέκτορα να γίνεται Καθηγητής.  Τον ανέβασαν και τον είχαν στο χέρι. Έγινε αυτό που μισούσε. Πιόνι ενός συστήματος γεμάτο παθογένειες και άρρωστους ψυχικά και πνευματικά ανθρώπους. Η ακαδημαϊκή του θέση ήταν το εφαλτήριο για να  απλώνει τα χέρια του σε νεαρές κοπέλες που διψούσαν για μεταπτυχιακά και διδακτορικά. Είχα γίνει περίγελος σε όλο το πανεπιστήμιο. Μα, όμως, το ανεχόμουν γιατί εξακολουθούσα να τον θέλω δίπλα μου.
 
 
Πριν 8 χρόνια, όμως, ερωτεύτηκε παράφορα μιαν υποψήφια διδάκτορα του. Ήρθε μια μέρα στο σπίτι και μού είπε ότι χωρίζουμε και ότι βαρέθηκε να ζει με μια στείρα γυναίκα που δεν μπόρεσε να του χαρίσει παιδί. Με χτύπησε εκεί που πονούσα. Τότε συνειδητοποίησα πόσο φτηνός ήταν. Τότε τον σιχάθηκα πραγματικά. Πήρε τα πράγματα του και έφυγε. Μού είπε ότι μπορούσα να συνεχίσω να μένω εδώ αφού αυτός θα αγόραζε διαμέρισμα σε άλλη περιοχή. Αγόρασε το σπίτι που έμενε μέχρι σήμερα στη Χαριλάου Τρικούπη και σπίτωσε τη φοιτήτρια του. Αυτή με το που τέλειωσε το διδακτορικό της- ας πούμε ότι το εκπόνησε αυτή και όχι ο Ματθαίος- και πήρε θέση στο πανεπιστήμιο Αθηνών - με τη βοήθεια του Ματθαίου πάντα - τον πέταξε στα αζήτητα. Σηκώθηκε και έφυγε από το σπίτι του, τα έφτιαξε με ένα συνομήλικο της – τον οποίο και παντρεύτηκε μετά- και ο Ματθαίος ήρθε σαν βρεγμένη γάτα πίσω σ’ εμένα. Εγώ, όμως, είχα ξυπνήσει από το λήθαργο μου.  Του έκλεισα την πόρτα στα μούτρα χωρίς να το σκεφτώ ούτε στιγμή και αυτός συνέχισε να σκορπάει τη ζωή του σε εφήμερες σχέσεις με φοιτήτριες. Τελευταία του κατάκτηση ήταν μια μικρούλα, ένα σαχλοκούδουνο που έκανε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο τμήμα μας. 
 
- Είχε κάποια μπλεξίματα με όλες αυτές τις… ιστορίες;
- Έμπλεκε πάντα σε κόντρες με άλλους φοιτητές όταν τους έπαιρνε τη γκόμενα. Αυτοί τον απειλούσαν και αυτός τους έκοβε αλλεπάλληλα στο μάθημα του.
- Πως και δεν τον κατήγγειλαν στο Υπουργείο;
- Εδώ γελάμε! Ο Ματθαίος έλυνε κι έδενε στο Υπουργείο. Πολλά κονδύλια πέρασαν απ’ τα χέρια του και πολλοί λοιποί καθηγητές και πολιτικοί είχαν φάει απ’ αυτόν. Οπότε κανείς δεν μπορούσε να του κάνει τίποτα. Με την τελευταία όμως…
- Τι είχε γίνει;
- Να … λένε ότι είχε προβλήματα με το πρώην της, τον οποίο και χώρισε για τα μάτια και τα ακαδημαϊκά προσόντα του πρώην συζύγου μου.
- Τι είδους προβλήματα;
- Ένα βράδυ είχε μείνει στο γραφείο του ως αργά και ο νεαρός αυτός τον περίμενε στον κήπο του πανεπιστημίου. Μόλις τον είδε του επιτέθηκε και τον έσπασε στο ξύλο. Αν δεν ήταν ο φύλακας – να φάει κι αυτός καμιά δεκαριά ξυλιές- θα τον είχε στείλει νωρίτερα στον άλλο κόσμο. Τελικά τη γλύτωσε με δέκα μέρες στο νοσοκομείο και με ένα κάταγμα στο χέρι. 
- Πως και δεν ακούστηκε κάτι; 
- Ο Ματθαίος δεν θέλησε να προβεί σε καταγγελία αφού είχε τη φωλιά του λερωμένη και στο φύλακα έστειλε ένα φάκελο με κάμποσα πενηντάευρα προκειμένου να μην ανοίξει το στόμα του. 
- Εσείς πως το μάθατε; 
- Μού το είπε ο αδελφός του που μένει από πάνω. Τα έμαθε από τον ίδιο το Ματθαίο.
- Έναν αδελφό είχε ο… μακαρίτης; ρώτησε ο Σεβαστιανός ξεστομίζοντας με δισταγμό τη λέξη μακαρίτης αφού δεν έβρισκε την κατάλληλη έκφραση για να προσφωνήσει ένα νεκρό. 
- Δύο. Τον Οδυσσέα που μένει στον πάνω όροφο και είναι ο πρωτότοκος της οικογένειας και τον Μύρωνα που πέθανε λίγο πριν γνωριστούμε και παντρευτούμε. Νομίζω ότι σκοτώθηκε σε τροχαίο το 1990, λίγους μήνες αφότου επέστρεψε ο Ματθαίος στην Ελλάδα. Ο Μύρωνας ήταν και ο μικρότερος αδελφός τους. Όταν πέθανε ήταν μόλις 25 ετών. Δεν ήταν, όμως, και το καλύτερο παιδί.
- Δηλαδή;
- Σας παρακαλώ μην με ανακατεύετε μ’ αυτά. Το τι έκανε κάποιος που δεν γνώρισα ποτέ μου και που τώρα είναι νεκρός δεν με αφορά.
- Αφορά, όμως, την αστυνομία. Ξέρετε, πολλές φορές τα εγκλήματα έχουν βαθιές ρίζες. Φτάνουν πολύ βαθιά στη ζωή μας. Τόσο που δεν μπορείτε να φανταστείτε. 
- Εννοείτε ότι ο Ματθαίος μπορεί να πλήρωσε παλιές αμαρτίες του αδελφού του;
- Εγώ δεν λέω τίποτα. Εγώ απλά ρωτάω και μαθαίνω.
- Δυστυχώς δεν μπορώ να σας πω κάτι για το Μύρωνα. Ίσως ο Οδυσσέας να μπορέσει να σας πει κάποια πράγματα. Είναι μέσα αυτή τη στιγμή. Μπορεί να είναι και η κόρη του στο σπίτι. Αν και αυτή δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με το θείο της.
- Πολύ ωραία, είπε ο Σεβαστιανός και ήπιε μια- δυο γουλιές από τον καφέ του.
- Τον αφήσατε και κρύωσε.
- Δεν πειράζει. Απορροφήθηκα απ’ αυτά που λέγατε. Ας μην καταχρώμαι άλλο το χρόνο σας, είπε και σηκώθηκε από τον καναπέ.
- Να πάτε στο καλό, είπε και του έδωσε το χέρι της.
- Αν χρειαστώ κάτι άλλο…
- Μπορείτε να ξαναπεράσετε όσες φορές θέλετε. Μόνο που δεν έχω κάτι άλλο να σας πω.
- Καλώς, είπε κα άνοιξε μόνος του την εξώπορτα. Λίγο πριν την κλείσει πίσω του γύρισε για μια τελευταία ερώτηση:
- Την… τελευταία… σχέση τέλος πάντων του πρώην συζύγου σας πως τη λένε και που τη βρίσκω;
- Μαρία Σχοινά. Είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος. Αν σας βγάλει ο δρόμος σας προς το Πάντειο γύρω στις τρείς το μεσημέρι θα τη βρείτε εκεί. Απ’ ότι ξέρω παρακολουθεί ένα μάθημα του προπτυχιακού κύκλου για τη διπλωματική της εργασία. Νομίζω είναι  το μάθημα της κυρίας Παρασκευοπούλου. Μπορείτε να ρωτήσετε στη γραμματεία και θα σας καθοδηγήσουν αυτοί.
- Ωραία.
- Μόνο πηγαίνετε πριν τις τρείς διότι η γραμματεία κλείνει μετά.
- Ευχαριστώ πολύ κυρία Κώνστα. Καλή συνέχεια.
Με το που έκλεισε η πόρτα πίσω του ο Σεβαστιανός άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες για το διαμέρισμα του αδελφού του θύματος. Στάθηκε μπροστά από την εξώπορτα, έφτιαξε τη γραβάτα του και χτύπησε το κουδούνι. Άκουσε βήματα και σε μερικά δευτερόλεπτα η πόρτα άνοιξε ελαφρά και ένα κεφάλι με άσπρα πυκνά μαλλιά φάνηκε από τη χαραμάδα.
- Παρακαλώ;
- Καλησπέρα. Αστυνόμος Αντρέας Σεβαστιανός. Ερευνώ την υπόθεση της δολοφονίας του αδελφού σας.
- Περάστε, είπε και άνοιξε την πόρτα.
 Ο αστυνόμος προχώρησε στα ενδότερα του σπιτιού. Η διαρρύθμιση των δύο διαμερισμάτων ήταν ολόιδια με το ίδιο μεγάλο τζάκι και παρόμοια επίπλωση.  Μόνο που στο σπίτι του αδελφού του δολοφονηθέντος δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου βιβλία. Στους τοίχους κρεμασμένοι φουτουριστικοί πίνακες μπέρδευαν το Σεβαστιανό που του άρεσαν και καταλάβαινε μονάχα τα θαλασσινά τοπία ενώ συνήθιζε να φρίττει μπροστά στους πίνακες του Τσαρούχη θεωρώντας- λόγω των κωλυμάτων του- ότι ένας άντρας δεν μπορεί να εμπνέεται σε τέτοιο βαθμό από τα αντρικά σώματα εκτός κι αν έχει το «κουσούρι». Όταν έμαθε, λοιπόν, για το «κουσούρι» του ζωγράφου τοποθέτησε τον Τσαρούχη και τα καλλίγραμμα ναυτάκια του στα προσωπικά του αζήτητα διατηρώντας μιαν ξινισμένη γεμάτη αηδία φάτσα σκεφτόμενος για το τι γινότανε με την ολοκλήρωση των πινάκων μέσα στο ατελιέ του ζωγράφου.  
- Καθίστε. Να σας φέρω κάτι.
- Όχι ευχαριστώ. Δεν θα σας κουράσω.
- Σας ακούω, είπε και κάθισε απέναντι του. 
- Μίλησα και με την κυρία Κώνστα…
- Οπότε πάνω – κάτω ξέρετε τι γινόταν στη ζωή του αδελφού μου.
- Τι εννοείτε;
- Εννοώ για τις διάφορες φοιτητριούλες- παλλακίδες και τους εραστές τους. Ερωτικά τρίγωνα που κατέληγαν συνήθως πολύ άσχημα, είπε πίνοντας μια γουλιά από τον καφέ του έχοντας ένα απαξιωτικό ύφος. 
- Σας μιλούσε καθόλου για όλα αυτά.
- Με το Ματθαίο δεν μπορώ να πω ότι ήμαστε αυτό που λέμε… πολύ δεμένα αδέλφια. Θεωρούσε ότι λόγω του ότι κληρονόμησα την εργοληπτική εταιρεία του πατέρα μας έπρεπε να του έχω δώσει ένα σημαντικό χρηματικό πόσο, έστω κι αν αυτός κληρονόμησε σχεδόν όλην την υπόλοιπη περιουσία της οικογένειας. Αυτός ήταν ο Ματθαίος. Θεωρούσε ότι όλοι του χρωστούσαν χωρίς προφανή λόγο. 
- Για ένα επεισόδιο ξυλοδαρμού του στο Πάντειο τι ξέρετε;
- Τι να ξέρω; Αυτά που μού είπε. Ήταν θέμα χρόνου να τον δείρει κάποιος παρατημένος γκόμενος. Εγώ του είπα να μην δώσει συνέχεια. Αρκετούς διασυρμούς είχε στη ζωή του. 
- Υποψιάζεστε ποιος μπορεί να τον έβγαλε από τη μέση;
- Σίγουρα κάποιος απ’ όλους αυτούς που τους έπαιρνε τη γυναίκα . Γι’ αυτό είμαι βέβαιος. Ξέρετε… ανθρώπινα πάθη. 
- Είχατε ακόμα έναν αδελφό…
- Το μακαρίτη το Μύρωνα.
- Ναι.
- Αυτός τι σχέση έχει; Ο Μύρωνας πέθανε το 1990, δύο μήνες μετά τον ερχομό του Ματθαίου στην Ελλάδα. Ήταν ο μικρός μας. 
- Πως πέθανε;
- Σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. 
- Τι ηλικία είχε τότε;
- Γεννήθηκε το 1965. Οπότε ήταν 25 ετών. 
- Τι άνθρωπος ήταν ο Μύρωνας;
- Συγγνώμη, για τη δολοφονία του Ματθαίου ενδιαφέρεστε να μάθετε ή για το τροχαίο του Μύρωνα; 
- Όλα μπορεί να έχουν σχέση μεταξύ τους. 
- Κατάλαβα. Η Ευαγγελία σας μίλησε για το μακαρίτη το Μύρωνα.
- Περίπου.
- Λοιπόν, ο Μύρωνας ήταν ένα παιδί παραχαϊδεμένο. Τον αγαπούσαμε όλοι πολύ. Όμορφος, έξυπνος αλλά επιπόλαιος. Αυτό που λέμε γοητευτικά μοιραίος. Οι γυναίκες κάνανε ουρές στη σύντομη ζωή του. Ήταν αυτό που λέμε bon vivere. Ντυμένος πάντα με το λευκό του κουστούμι- χωρίς γραβάτα- το γαλάζιο του πουκάμισο, με ένα καπέλο πάναμα και με ένα ακριβό πούρο στο στόμα ήξερε να ζει τη ζωή του μέσα σε γυναίκες - παντρεμένες ή ανύπαντρες- στο αλκοόλ, στα ξενύχτια- σκορπώντας το βιος του πατέρα μας- στα ακριβά και γρήγορα αυτοκίνητα και δυστυχώς στα χαρτιά. Ήταν εξαρτημένος από την τράπουλα. Αγάπησε πολλές γυναίκες στη σύντομη ζωή του αλλά ο μεγάλος του έρωτας ήταν η Ντάμα. Πάθος μεγάλο βλέπετε η Ντάμα για το Μύρωνα. Ξημεροβραδιαζότανε στις λέσχες και πάντα ζητούσε από τον πατέρα μας ή από μένα κυρίως- που ήμουν ο μεγάλος και δούλευα ήδη τότε- να τον ξελασπώνουμε. Τελικά σκοτώθηκε σε ένα τροχαίο στο Σούνιο. Το αμάξι κάηκε ολοσχερώς και ο ίδιος επίσης. Τώρα τι σχέση μπορούν να έχουν όλα αυτά με τη δολοφονία του Ματθαίου πραγματικά δεν καταλαβαίνω. 
- Τίποτα, σκέψεις κάνω. Ο Ματθαίος είχε αφήσει κάποια γυναίκα έγκυο;
- Δεν μού είχε πει κάτι τέτοιο.
- Ωραία. Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας, είπε και σηκώθηκε από την πολυθρόνα. Η κόρη σας είναι σπίτι;
- Είναι στη σχολή της. Δεν νομίζω, όμως, ότι η Βέρα μπορεί να βοηθήσει και θα ήθελα να μην ανακατευτεί στην όλη υπόθεση.
- Μην ανησυχείτε. Απλά αν ήταν σπίτι θα τις έκανα μερικές ερωτήσεις. Δεν πειράζει. Καλή συνέχεια κύριε Γιοβάνογλου. 
- Επίσης κύριε Σεβαστιανέ, είπε και άνοιξε την εξώπορτα. Ο Σεβαστιανός κατέβηκε τα καλογυαλισμένα σκαλιά της εισόδου όταν άκουσε το τηλέφωνο της πρώην συζύγου του μακαρίτη του καθηγητή να χτυπά. Κοντοστάθηκε. Άνοιξε την πόρτα εισόδου και βγήκε στην αυλή παίρνοντας την κατηφόρα της Μουσών για το αμάξι του. Την ίδια στιγμή το σύρμα του τηλεφώνου έφερνε τη φωνή του Οδυσσέα Γιοβάνογλου στα αυτιά της Ευαγγελίας Κώνστα:
- Έλα αγάπη μου, μόλις έφυγε ο αστυνόμος. 
- Λες να κατάλαβε τίποτα;
- Δεν νομίζω. Ελπίζω πως όχι. Θα μπλέκαμε πολύ άσχημα αν καταλάβαινε…
- Θα σε δω απόψε;
- Ναι. Κατά τις οκτώ η κόρη μου θα βγει με την παρέα της οπότε μπορείς να ανέβεις ελεύθερα. 
- Τώρα δεν χρειάζεται να κρυβόμαστε πια, είπε η πρώην γυναίκα του καθηγητή τραβώντας την κουρτίνα και κοιτώντας την πλάτη στου Σεβαστιανού που απομακρυνόταν με το χέρι του να διορθώνει τη γραβάτα του με μεγάλη επιμονή.
 
-5-
 
Ο Σεβαστιανός περνούσε μέσα από τα τραπεζάκια που έστηναν τα διάφορα αργόσχολα κομματόσκυλα που γάβγιζαν με την πρώτη ευκαιρία προκειμένου να καλύψουν με τα κακόηχα αλυχτίσματα τους τον ήχο των αργυρίων που έπεφταν στην κομματική κάσα των υπουργών, των υφυπουργών και των βουλευτών που νομοθετούσαν με περισσή σκέψη συλλογιζόμενοι τα προβλήματα των πολιτών και ψάχνοντας τρόπο για το πώς θα τα κάνουν ακόμα μεγαλύτερα.
 
Ο αστυνόμος κοιτούσε αποσβολωμένος τις αφίσες στους γύρω τοίχους, τα πεταμένα σκουπίδια γύρω από τους καλάθους που παρέμεναν άδειοι αφού – σύμφωνα με το Σεβαστιανό- οι επιτυχόντες των πανελληνίων φαίνεται δεν μπορούσαν να στοχεύσουν ούτε σε σκουπιδότοπο λόγο του λοβοτομημένου εγκεφάλου τους  και της χρόνιας μαλακίας τους, κληρονομιά των γονιών τους που ενώ τόσα χρόνια ψήφιζαν τους ίδιους και τους ίδιους γραβατοφόρους πιθηκάνθρωπους ξαφνικά ξύπνησαν όταν τους έκοψαν φράγκα από το μισθό και τις συντάξεις τους, την είδαν αγανακτισμένοι και άρχισαν να βρίζουν το σύστημα που οι ίδιοι εξέθρεψαν με την άχρηστη κομματικοποίηση τους, τη συμφεροντολογική και γλοιώδη πολιτική τους ψήφο και την εξευτελιστική αναξιοπρέπεια τους ικανή να τους κάνει να καταπιούν ακόμη και τα αδενικά εκκρίματα από την ψωλή του πρώτου βουλευτή που θα έφερνε τον κανακάρη τους δίπλα στο σπίτι στο φανταρικό και που θα τους υποσχόταν μια ευτελή θέση στην ασφάλεια του δημοσίου παρέχοντας τους τα εχέγγυα για μια βαρετή ζωή γεμάτη πρωινά ξυπνήματα, παραφουσκωμένα στομάχια, χοντρούς γυναικείους κώλους, φρεσκοβαμμένα ταβάνια για να σέρνονται τα κέρατα αλλήλων και κρατώντας αγκαλιά το σπυριάρικο παιδί τους που μαλακιζόταν ασύστολα μόλις έφευγαν οι γονείς του για να επισκεφτούν τους- ακόμα πιο βαρετούς - οικογενειακούς τους φίλους. Ολόκληρη η ζωή, βέβαια, του αστυνόμου δεν διέφερε και πολύ από αυτό που κατέκρινε αλλά μακριά από το ντιβάνι του ψυχοθεραπευτή όλοι είναι υγιείς για να κρίνουν τους άλλους. 
-  Δεν μου λες, που είναι η γραμματεία; ρώτησε έναν πολλά βαρύ φοιτητή με γενειάδα άπλυτου ερημίτη - που προσπαθεί να βρει το δρόμο για τον παράδεισο αφήνοντας τη ζωή να γλιστρήσει από την ψυχή του- και ένα ρολό αφίσες με εξυπνακίστικα αντικαπιταλιστικά σλόγκαν. 
 
- Ποιου τμήματος;
- Πολιτικών Επιστημών νομίζω.
- Εκεί που είναι και οι άλλες.
- Και που είναι οι άλλες;
- Εκεί που είναι και η γραμματεία του τμήματος των Πολιτικών Επιστημών, είπε χαζογελώντας για την «εξυπνάδα» που είπε και σπρώχνοντας ελαφρά- σαν ξανθιά γλάστρα πρωινάδικου - τη διπλανή του. 
- Άκου μικρέ, δεν έχω χρόνο για μαλακίες. Που είναι γενικά οι γραμματείες; Πες μου να τελειώνουμε.
- Δεν κατάλαβα…
- Αν σου χώσω τις αφίσες στον κώλο θα δεις την ήλιο να ανατέλλει από τη δύση και θα αρχίσεις να γλυκαίνεις τα χειλάκια σου με αρωματική βαζελίνη. Ίσως τότε να καταλάβεις. Στο τελευταίο σχόλιο η κοπέλα δίπλα του ξεράθηκε στα γέλια και ο πρόθυμος επαναστάτης φώναξε στον αστυνόμο ένα «δεν γαμιέσαι μωρή κωλόγρια» και τράβηξε για τον κήπο του πανεπιστημίου. 
- Που σαι αξύριστε, μην σκας που δεν θα σου κάτσει ούτε αυτή. Το βράδυ έχει γρήγορες ταχύτητες ιντερνέτ για απεριόριστο σερφάρισμα- είχε μάθει σχεδόν απ’ έξω τη διαφήμιση των διαφόρων εταιρειών τηλεπικοινωνίας έστω κι αν δεν καλοκαταλάβαινε τι σήμαιναν όλα αυτά περί γρήγορων ταχυτήτων- και εικονικό γαμήσι με την παλάμη σου. Που να τρέχεις τώρα για καπότες μαλάκας άνθρωπος, είπε πικρόχολα ο αστυνόμος αφήνοντας άναυδη τη φοιτήτρια -με το εύρος της διαλεκτικής του ικανότητας - που δειλά- δειλά ακολουθούσε το νεαρό γενειοφόρο όντας σίγουρη ότι ο τύπος με την ελαφρά καράφλα - ή αραίωση όπως πίστευε ο ίδιος μη μπορώντας να αποδεχτεί ότι τα μαύρα, πυκνά μαλλιά που είχε κάποτε ανήκαν στην εποχή των δεινοσαύρων-  δεν στέκει στα καλά του. 
 
 
Μ’ αυτά και μ’ αυτά ο Σεβαστιανός βρήκε τις γραμματείες των τμημάτων και μια καλλίγραμμη φοιτήτρια με το ρούχινο κορδόνι σφηνωμένο στον κώλο της τού έδειξε τη γραμματεία των Πολιτικών Επιστημών κάνοντας τον αστυνόμο να κουνήσει βλακωδώς το κεφάλι του και να φαντασιωθεί το χώρο που κατέληγε το εν λόγω ρούχινο κορδόνι νιώθοντας περηφάνια για το ελαφρύ του σκίρτημα ανάμεσα στα πόδια, απόδειξη ότι το πέρασμα του χρόνου δεν επηρέασε τα είκοσι εκατοστά του «αντρισμού» του. Έσπρωξε την πόρτα και πλησίασε μιαν κακομούτσουνη πενηντάρα πίσω από ένα λευκό γραφείο με έναν απαρχαιωμένο υπολογιστή επάνω.
 
- Καλημέρα. Η κυρία Παρασκευοπούλου σε ποια αίθουσα κάνει μάθημα;
- Καλημέρα, είναι στην αίθουσα…
- Και δεν μου λες, καλά δεν του τα είπα; ακούστηκε η φωνή ενός υπερβολικά κοντού μεσήλικα με μπόλικη μπριγιαντίνη στο κεφάλι- απαραίτητη για να καλύπτει την καράφλα του με το δανεικό μαλλί που έπαιρνε από τη μια πλευρά του κεφαλιού του και το έφερνε στην άλλη κολλώντας το με τη συνθετική ουσία περιποίησης των μαλλιών- διακόπτοντας τη συνομιλία του αστυνόμου με τη γραμματέα. 
- Πολύ καλά κύριε καθηγητά. Έτσι για να ξέρει ποιος είστε. Τον βάλατε στη θέση του.
- Θα μού πείτε την αίθουσα σας παρακαλώ; 
- Μισό λεπτό κύριε, δεν βλέπετε ότι έχουμε κουβέντα, αντίτεινε με περισσό θράσος –γνήσιος κομπλεξισμός, σύμφωνα με το Σεβαστιανό, των κοντών ανθρώπων- ο μπριγιαντινοφόρος καθηγητής. 
- Εσύ δεν βλέπεις ότι κι εμείς έχουμε κουβέντα; Μιαν πληροφορία ζήτησα τριών δευτερολέπτων.
- Να μάθετε να σέβεστε τους άλλους διότι…
- Διότι τι; Θα μού αραδιάσεις καμιά απ’ αυτές τις παπαριές που διάβασες πριν τόσους αιώνες που ήσουνα φοιτητής και δεν είχες ανάγκη να κολλάς το μαλλί σου για να καλύπτεις τη φαλάκρα σου. Αυτά στους φοιτητές σου. 
- Πως μού μιλάς έτσι; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;
- Το γνωστό μαλακοκαύλι του πανεπιστημίου- φαντάζομαι- που βγάζει τον κομπλεξισμό του για τη μικροφαλλία του στους φοιτητές κρυμμένος πίσω από τα πανεπιστημιακά έδρανα. Άσε σε ξέρω μην μου συστήνεσαι. 
Η μεσήλικη γραμματέας έκρυψε το πρόσωπο της πίσω από κάτι έγγραφα, προφανώς για να κρύψει την ευχαρίστηση της για την πετυχημένη ατάκα του Σεβαστιανού.
- Δεν σου επιτρέπω να μού μιλάς με αυτόν τον τρόπο. 
- Προσεχτικά, μην συγχύζεσαι θα ξεκολλήσει το μαλλί.
- Δεν κοιτάς λέω εγώ τη δική σου…
- Μην το πεις, σε πάτησα κάτω σαν φρεσκοστυμμένο μούστο, φώναξε ο Σεβαστιανός όντας βέβαιος ότι ο κομπλεξικός καθηγητής θα αναφερόταν στη δική του καράφλα. Κάτσε κάτω ήσυχα γιατί αν συνεχίσεις με αυτό το θράσος θα γραφτείς στους κρατικούς καταλόγους των ΑΜΕΑ. 
Ο καθηγητής έκαστε στο γραφείο του ήσυχα- ήσυχα και άναψε τσιγάρο φυσώντας θυμωμένα τον καπνό. Ο Σεβαστιανός πλησίασε τον καθηγητή πήρε το τσιγάρο από το στόμα του, το πέταξε στο πάτωμα και το έσβησε πατώντας το αλλεπάλληλα και προκλητικά με το παπούτσι του.
- Το κάπνισμα απαγορεύεται σε κλειστούς χώρους. Μην σε ξαναδώ να ανάβεις τσιγάρο εδώ μέσα θα κάνω τον κώλο σου τασάκι, του είπε κολλώντας το πρόσωπο του  στη μούρη του.
- Στην αίθουσα Γ2 κύριε.
- Πως είπατε;
- Η κυρία Παρασκευοπούλου κάνει μάθημα στην αίθουσα Γ2, στον τρίτο όροφο του νέου κτηρίου απέναντι, είπε φοβισμένα η γραμματέας για να προλάβει τις εξελίξεις ανάμεσα στο Σεβαστιανό και τον καθηγητή.
- Ευχαριστώ. Καλή συνέχεια και φρόνιμα. Θα ρωτήσω για τη διαγωγή σου τους φοιτητές σου. Μην ακούσω τίποτα μαλακίες. Ξέρεις; είπε κλείνοντας του το μάτι και τραβώντας με δύναμη την πόρτα πίσω του. 
- Έπρεπε να μην ήμαστε στο χώρο του πανεπιστημίου και θα στον έκανα εγώ… ψιθύρισε ο καθηγητής κοιτάζοντας αν η πόρτα είχε κλείσει καλά πίσω από τον αστυνόμο. 
Αφού περιπλανήθηκε αρκετή ώρα στο χώρο του πανεπιστημίου βρήκε τελικά την αίθουσα Γ2 στον τρίτο όροφο του λεγόμενου- χωρίς προφανή λόγο- νέου κτιρίου με τα ίδια αποχαυνωμένα μυαλά που υπήρχαν και στα παλαιότερα κτήρια του πανεπιστημίου. Έφτιαξε τη γραβάτα του και χτύπησε την πόρτα.
-Παρακαλώ;
- Η κυρία Παρασκευοπούλου; ρώτησε υπό τα βλέμματα των νέων πολιτικών επιστημόνων που θα γεμίσουν τα αρχεία του ΟΑΕΔ ενώ στην καλύτερη θα σερβίρουν καφέδες για 1, 80 την ώρα. 
- Η ίδια. Τι θα θέλατε παρακαλώ; ακούστηκε η ευγενική φωνή της νεαρής, μελαχρινής εκπαιδευτικού.
- Θα μπορούσα να μιλήσω στη Μαρία Σχοινά για μερικά λεπτά;
- Νομίζω δεν ήρθε σήμερα. Έτσι δεν είναι παιδιά;
- Δεν ήρθε, θρηνεί τον αγαπημένο της, ακούστηκε η χαιρέκακη φωνή μιας διοπτροφορούσας φοιτήτριας που προφανώς διατηρούσε ακόμα την παρθενιά της -σαν ένα πολύτιμο μέταλλο - μακριά από πλαστικοποιημένα καυλιά. 
- Παρακαλώ. Δεν επιτρέπω τέτοιες κουβέντες στο μάθημα μου για συναδέλφους μου. Και ειδικότερα για ανθρώπους που έχουν φύγει από τη ζωή.
Ακολούθησε ένα έντονο βουητό από ακαταλαβίστικες φράσεις και γέλια με το Σεβαστιανό να τα έχει χαμένα μπροστά σε τόσους νέους ανθρώπους. 
- Θα θέλατε κάτι άλλο;
- Όχι, ευχαριστώ, είπε και έφυγε βιαστικά από τις σκάλες ξέροντας ότι οι ανελκυστήρες στις δημόσιες υπηρεσίες – γιατί για τον αστυνόμο το πανεπιστήμιο δεν ήταν τίποτε άλλο από μια δημόσια υπηρεσία με ψεύτικες, υψηλές προδιαγραφές- δεν μπορούν να έχουν καμία εμπιστοσύνη.
 
Περπατούσε προς το αυτοκίνητο του όταν συνειδητοποίησε ότι το σπίτι του Κωστή ήταν στην Καλλιθέα, λίγο πιο κάτω από το Πάντειο κοντά στην Πλατεία Κύπρου. Μπήκε στο αμάξι του και πήρε το δρόμο για το σπίτι του Κωστή ο οποίος ήταν άρρωστος τις τελευταίες μέρες με γαστρεντερίτιδα και δεν τον είχε δει καθόλου στο καφενείο του απέναντι από το αστυνομικό τμήμα που εργαζόταν ο Σεβαστιανός. Στάθμευσε το αμάξι του, αρκετά μακριά αφού η στάθμευση ήταν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στην περιοχή του Κωστή και πήρε το δρόμο για την πολυκατοικία που έμενε ο φίλος του. Περνώντας μέσα από διάφορες σκόρπιες καφετέριες- φωτοτυπία η μια της άλλης τόσο σε όψη όσο και σε μενού- άκουσε μια πολύ οικία φωνή.
 
Γύρισε και είδε την πρώην γυναίκα του να σαλιαρίζει με ένα κατά πολύ μικρότερο της εικοσάρι σε ένα πολύ στενό και υποσχόμενο τετ α τετ φορώντας ένα φιλήδονο εφαρμοστό παντελόνι και μια στενή μπλούζα με βαθύ ντεκολτέ. Ο νεαρός είχε απλώσει το δεξί του χέρι γύρω από τους ώμους της και με το αριστερό χάιδευε τα μαύρα μαλλιά της. Χωρίς να χάσει χρόνο και προθερμασμένος από το φοιτητή και τον καθηγητή στο Πάντειο ήταν έτοιμος για το μεγάλο αγώνα που κάθε άλλο παρά αμφίρροπος θα ήταν. 
 
- Τι έγινε Μαρινάκι; Σαλιαρίζουμε με ανήλικα δημόσια;
- Αντρέα; τινάχτηκε αυτή μόλις τον άκουσε σπρώχνοντας το χέρι του νεαρού που κοιτούσε απορημένος. 
- Τρόμαξες Μαρινάκι; Σαν δεν ντρέπεσαι στην ηλικία σου να κωλοτρίβεσαι με αυτό το μόμολο. 
- Να αφήσεις την ηλικία μου ήσυχη…
- Εγώ να την αφήσω αλλά αυτή δεν πρόκειται να σε αφήσει όσο κι αν κρύβεις την ταυτότητα σου.
- Τι θέλεις ρε φίλε; Και ποιον είπες μόμολο; είπε ο τσαμπουκαλεμένος κάγκουρας με το στενό τζιν και τη μαύρη μπλούζα που απεικόνιζε ένα πολύ γνωστό ροκ συγκρότημα του εξωτερικού που είχε μία- άντε το πολύ- δύο επιτυχίες. 
- Το τι θέλω αφορά εμένα και την- τέλος πάντων- κυρία. Όσο για το ποιον είπα μόμολο δεν θέλει πολλή σκέψη. Το μόνο μαλακιστήρι εδώ πέρα είσαι εσύ αγόρι μου. 
- Αντρέα σήκω και φύγε τώρα. Μην κάνεις σκηνή. 
-Άσε να του ξηγήσω εγώ του μπάρμπα… Δεν πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα του και να σηκωθεί από την καρέκλα όταν τρία απανωτά χαστούκια έσκασαν στο καλοξυρισμένο του πρόσωπο συνοδευόμενα από την απαραίτητη γονατιά στην κοιλιά- συνήθειο του Σεβαστιανού από την παιδική του ηλικία όταν πλάκωνε τους άλλους- και τον έριξαν φαρδύ πλατύ πάνω στο τραπέζι ρίχνοντας κινητά, τασάκια και καφέδες στο πάτωμα. Τα γκαρσόνια κοιτούσαν έντρομα το δεξιοτέχνη και κάποιας ηλικίας μπακοφόρο να έχει βγάλει νοκ άουτ τον υποψήφιο επιβήτορα που έψαχνε να λύσει το οιδιπόδειο σύμπλεγμα του με την πρώην γυναίκα του λάθος ανθρώπου που τύχαινε να είναι ο Σεβαστιανός.
- Θα έπρεπε να ντρέπεσαι. θα μπορούσε να είναι γιός σου μωρή ξεδιάντροπη. 
- Αντρέα ηρέμησε, γίναμε ρεζίλι…
- Ρεζίλι έγινες εσύ με τα τεκνά που γυρνάς. Μού έβαλες και εφαρμοστό παντελόνι  τρομάρα σου και ένα τόνο μεηκ απ να κρύψεις τις ρυτίδες. Σαν δεν ντρέπεσαι λέω εγώ. 
- Αντρέα σε παρακαλώ κάτσε να μιλήσουμε…
-  Άσε μας μωρή. Μήπως θες και τρίο; Εγώ, εσύ και το μόμολο; Φεύγω να μην σε βλέπω. Να πάρε και ένα δεκάευρω για τους καφέδες που χύθηκαν, είπε και πέταξε επιδεικτικά ένα χαρτονόμισμα πάνω στο κεφάλι του υποψήφιου επιβήτορα με το οιδιπόδειο- όπως είπαμε- σύμπλεγμα και έφυγε βρίζοντας θεούς κι αγίους και κλωτσώντας την καρέκλα που βρισκόταν στην είσοδο της καφετέριας.
- Ποιος είναι αυτός ρε Μαρίνα; είπε προσπαθώντας να συνέλθει από τις ξυλιές που του φάνηκαν σαν μετωπική σύγκρουση με τρόλεϊ.
- Αυτός αγόρι μου είναι αυτό που λέμε άντρας παλιάς κοπής, αρσενικό, είπε χωρίς να μπορεί κρύψει ένα ελαφρύ χαμόγελο για το ότι στην ηλικία της ακόμη πλακωνόντουσαν γι’ αυτήν.  
- Δηλαδή;
- Δηλαδή, τέτοιοι δεν υπάρχουν πια. Άντε σήκω σιγά – σιγά να πας στη μανούλα σου να σού βάλει πάγο στο μάγουλο γιατί άρχισε να πρήζεται. Τους καφέδες τους κέρασε ο Αντρέας, είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα της έχοντας ακόμη στο μυαλό της τα ηχηρά χαστούκια που έφαγε ο νεαρός γι’ αυτήν.
Ο Σεβαστιανός ούτε στον Κωστή πήγε ούτε πουθενά αλλού. Τράβηξε κατευθείαν για το σπίτι του. Δύο γαμοσταυρίδια – αυτά που έσουρε στους αστυνομικούς δεν τα λογάριαζε, αφού ήταν καθημερινή συνήθεια- και ένα ξυλοφόρτωμα ήταν καλός απολογισμός για μια μέρα.  
 
 
-6-
 
- Μην ανησυχείς σου λέω. Θα πάρω ένα ταξί και θα πάω στο σπίτι.  Δεν σε παρεξηγώ. Συμβαίνουν αυτά. Έλα, σ’ αγαπώ πολύ. Έκλεισε το τηλέφωνο, το έβαλε στην τσάντα της και άρχισε να περπατά στην οδό Μπουζιάνη προς τη λεωφόρο Βουλιαγμένης. Η Δάφνη τις μεταμεσονύχτιες ώρες και ειδικότερα τις καθημερινές είναι μια ήσυχη περιοχή με μόνη εξαίρεση την πλατεία και τις γύρω καφετέριες αυτής.  Μια γυναικεία φιγούρα περπατούσε στα στενά με τα τακούνια της να σπάνε τη νεκρική ησυχία σαν μια μονότονη νότα κολλημένη στο πιάνο που μάταια προσπαθεί να βγάλει μελωδία. Ένα μικρό φως από τα γύρω διαμερίσματα ήταν η μόνη απόδειξη ζωής στο δρόμο προς τη λεωφόρο. Άρχισε να ψιχαλίζει και σε μερικά λεπτά  θα το γύριζε σε βροχή. Τα βήματα των τακουνιών έγιναν ακόμα πιο γρήγορα. 
- Με συγχωρείτε, ακούστηκε μια φωνή από ένα στενό. Μπορείτε να με βοηθήσετε.
 
Ο ήχος των τακουνιών σταμάτησε.  Η γυναικεία φιγούρα γύρισε το κεφάλι της στο στενό  και σκοτεινό δρομάκι απ’ όπου ακούστηκε η αντρική φωνή.
 
- Σας παρακαλώ, έχει κλείσει το κινητό μου και πρέπει να τηλεφωνήσω στη γυναίκα μου. Μού έκλεψαν το αμάξι μου. Δεν ξέρω τι να κάνω.
 
Η γυναικεία φιγούρα δίστασε. Κοίταξε ξανά την όψη του άγνωστου με τη βραχνή φωνή. Η βροχή δυνάμωσε για τα καλά. Το πρόσωπο του χωμένο στο αδιάβροχο και μέσα στο σκοτάδι του δρόμου δεν φαινόταν καθόλου. Το μόνο που μπορούσε να δει ήταν το σκουρόχρωμο, πλαστικό αδιάβροχο, την τραγιάσκα του και δυο γαντοφορεμένα χέρια. Η βροχή ανελέητα χτυπούσε στα πρόσωπα τους. Έβαλε το χέρι της στην τσάντα και έβγαλε το κινητό της. 
 
- Ορίστε, είπε απλώνοντας το χέρι της προς τον άγνωστο άντρα με το αδιάβροχο. Αυτός με μια απότομη κίνηση άρπαξε το χέρι της και την έσυρε κοντά του. Με το άλλο χέρι άρπαξε το κεφάλι της και με την παλάμη του έκλεισε το στόμα της. Έβαλε το δεξί του χέρι στην τσέπη του παντελονιού του. Σε κλάσματα δευτερολέπτου η λεπίδα του σουγιά έσκισε τον αέρα. Μια αστραπή φώτισε τον ουρανό και την άκρη της λεπτής- σαν νυστέρι- λεπίδας του θανάτου.
 
Ο εκκωφαντικός ήχος της βροντής που ακολούθησε την αστραπή πάγωσε το χέρι του αγνώστου. Πέντε φορές κατέβηκε η λεπίδα στην κοιλιακή χώρα της γυναικείας φιγούρας. Το σώμα της βάρυνε στα χέρια του. Το άφησε να γλιστρήσει στη βρεγμένη άσφαλτο. Η βροχή δυνάμωνε όλο και περισσότερο μην μπορώντας, όμως, να ξεπλύνει το αίμα που έρεε από τα ανοιγμένα σωθικά. Έβγαλε μια γαρδένια από την τσέπη του και την τοποθέτησε στο σώμα της νεκρής. Την στρίμωξε μέσα στην ανοιγμένη πληγή λίγο κάτω από την καρδιά. Τα βήματα του μούλιαζαν στη βρεγμένη άσφαλτο. Ο ήχος της ασταμάτητης βροχής που έπεφτε με ορμή από τους κρουνούς του ουρανού ακολουθούσε το βηματισμό του. Μια αστραπή φώτισε το πρόσωπο του, τα γαλάζια του μάτια.
 
Η βροντή που ακολούθησε κάλυψε περίτεχνα το τραγούδι που ψιθύριζε: 
 
- Πού να `σαι να `ρθεις το βράδυ αυτό
που `γινε φύλλο ξερό η ελπίδα
να `ρθεις κοντά μου να φυλαχτώ
από του πόνου την καταιγίδα.
 
 
-7-
 
Ο Σεβαστιανός καθόταν χωμένος σε μια στοίβα από χαρτιά προσπαθώντας να βγάλει άκρη με την ιατροδικαστική αναφορά για τη δολοφονία του καθηγητή ενώ ταυτόχρονα είχε το μυαλό του στο νέο φονικό που είχε διαπραχθεί το προηγούμενο βράδυ. Τα νέα τον  βρήκαν και πάλι στο σπίτι του να προσπαθεί να κοιμηθεί έχοντας στο μυαλό του την πρώην σύζυγο του και τον επίδοξο επιβήτορα της. Απέναντι του ο υπαστυνόμος Παντελή κοιτούσε λοξά τον αστυνόμο ξέροντας ότι από λεπτό σε λεπτό θα αρχίσει τα μπινελίκια για το γεγονός ότι αδράνησαν και επέτρεψαν να γίνει κα δεύτερος φόνος. 
 
- Είμαι πολύ μπερδεμένος Χρήστο. Αυτό το τομάρι σκορπάει το θάνατο κι εμείς μαζεύουμε πτώματα κάνοντας τα συλλογή. Έτσι όπως πάει θα ξεπαστρέψει όλην την οικογένεια του μακαρίτη του καθηγητή.
- Η κοπέλα ήταν η κόρη του αδελφού του, του…
- Του Οδυσσέα Γιοβάνογλου. Πέντε μαχαιριές. Της διέλυσε τα σπλάχνα και της άφησε και το δωράκι της.
- Η γαρδένια πάλι.
- Αυτή η καταραμένη γαρδένια. Ποιο είναι το νήμα ρε Χρήστο;
- Τι εννοείτε αστυνόμε;
- Σε όλα τα εγκλήματα Χρήστο υπάρχει ένα νήμα που αν το βρεις τότε αρχίζεις να λύνεις το μυστήριο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα δολοφόνο που πολύ εύκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτό που λέμε κατά συρροή δολοφόνος – αν συνεχίσει τις σφαγές του- ή σχιζοφρενής που για κάποιο λόγο τη βρίσκει να κάνει κιμά τα σπλάχνα των άλλων και μετά να φυτεύει μια γαρδένια στις τρύπες που τους άνοιξε. Μόνο που και πάλι αυτό δεν στέκει. Πολύ μεγάλη σύμπτωση για ένα σχιζοφρενή δολοφόνο να σκοτώσει πρώτα τον καθηγητή στη Χαριλάου Τρικούπη και την επόμενη μέρα την ανιψιά του στην άλλη μεριά της Αθήνας. 
- Ούτε εγώ πιστεύω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα παρανοϊκό που σκοτώνει στα τυφλά τα θύματα του.
- Κάπου υπάρχει ένα νήμα που δένει τα δύο θύματα του. Κάτι που κρύβεται καλά από την οικογένεια και αν το βρούμε τότε θα έχουμε βρει και τη λύση. Ένα παλιό έγκλημα ίσως ή μια συγκάλυψη εγκλήματος. 
 
- Τι εννοείτε αστυνόμε;
- Το όνομα Μύρωνας Γιοβάνογλου σού λέει κάτι; Έχεις ακούσει κάτι γι’ αυτόν; 
- Όχι, πρώτη φορά τ’ ακούω. Συγγενής τους;
- Μακαρίτης αδελφός του καθηγητή. Απ’ τα καλά παιδιά που λέμε.
- Πιστεύετε ότι κάποιος σκοτώνει για να εκδικηθεί το θάνατο του; Πως πέθανε;
- Σε τροχαίο πριν 26 χρόνια. Οπότε η εκδίκηση για το θάνατο του- αν σκεφτούμε ότι τα άλλα δύο αδέλφια για κάποιο λόγο τον έβγαλαν από τη μέση- δεν στέκει. Ποιος και γιατί; Πάλι πρέπει να βρούμε το νήμα. Κι εδώ καλά- καλά δεν βρήκαμε το νήμα για τους δύο τωρινούς θανάτους θα βρούμε το νήμα για το θάνατο του Μύρωνα που έγινε πριν τόσο χρόνια;
- Αστυνόμε, πρέπει να πάμε στο γραφείο της εγκληματολόγου. Ξέρετε…, είπε βγάζοντας τον από τις σκέψεις του.
- Ξέρω. Οι γνωστές μαλακίες από τους αποστειρωμένους χαρτογιακάδες με τα πτυχία που φτιάχνονταν με τα αστυνομικά μυθιστορήματα, σπούδασαν εγκληματολόγοι και μας κατσικώθηκαν στο σβέρκο αναλύοντας και εξηγώντας τα κίνητρα των δολοφόνων, ξεφύσησε και βγήκε σηκώθηκε από το γραφείο του. Πάμε Χρήστο. Να δούμε τι μαλακίες θα ακούσουμε και σήμερα.
Ο υπαστυνόμος άνοιξε την πόρτα στο Σεβαστιανό και βγήκαν έξω στο διάδρομο. Ανέβηκαν με τον ανελκυστήρα στον τέταρτο, προχώρησαν στο βάθος του διαδρόμου και χτύπησαν την πόρτα της εγκληματολόγου που τους είχε – σύμφωνα με το Σεβαστιανό- κατσικωθεί στο σβέρκο και η οποία είχε σπουδάσει στο Παρίσι εγκληματολογία και ψυχολογία, μπήκε στην αστυνομία και από τότε ζει το εφηβικό της όνειρο που έπλαθε τα φοιτητικά της βράδια διαβάζοντας βιβλία μυστηρίου εμποτισμένα με σύγχρονα μέσα έρευνας και επιστημονικά εργαλεία ανάλυσης. 
- Περάστε, ακούστηκε η φωνή της εγκληματολόγου.
Ο Σεβαστιανός με τον υπαστυνόμο πέρασαν στο γραφείο της και κάθισαν στις δύο πολυθρόνες μπροστά από το γραφείο της.
- Καλημέρα αστυνόμε. Πως προχωρούν οι έρευνες;
- Δεν προχωρούν. Μόνο τα εγκλήματα προχωρούν και αυξάνονται.
- Βρήκατε κάτι που να δένει τους δύο φόνους;
- Η συγγένεια των δύο θυμάτων νομίζω είναι αρκετή για να τους συνδέσει.
- Ίσως. Αλλά πρέπει να υπολογίσουμε και το στοιχείο της τυχαιότητας.
- Δηλαδή; ρώτησε ο αστυνόμος. 
 
- Πρέπει να φτιάξουμε το προφίλ του δολοφόνου και να βρούμε τα ενδότερα και βαθύτερα αίτια των εγκλημάτων από τα οποία και αντλεί ικανοποίηση σκοτώνοντας βίαια τα αθώα θύματα του και ικανοποιώντας τα ανομολόγητα μα πανανθρώπινα ένστικτα της βίας που ενέχουν- ίσως- και μια αντικοινωνική συμπεριφορά δομημένη μέσα σε ένα υπερεγωτικό πλαίσιο αυξημένης νομιμοφροσύνης και γιατί όχι ενός έντονου θρησκευτικού πλαισίου. 
- Γιατί θεωρείτε αθώα τα θύματα; ρώτησε ο αστυνόμος που δεν καλοκατάλαβε τα υπόλοιπα. 
- Διότι αστυνόμε- είπε με ύφος βγάζοντας τα κοκάλινα γυαλιά της και σπρώχνοντας με τα μακριά της δάχτυλα τα ξανθά μαλλιά της- είμαι σίγουρη ότι έχουμε να κάνουμε με ένα σχιζοφρενή δολοφόνο που εκτονώνεται με την επαφή του με το αίμα και ικανοποιείται- για κάποιο λόγο- με το να αφήνει μια γαρδένια στα θύματα. Ίσως θα πρέπει να ψάξουμε στην παιδική του ηλικία και να…
- Ποιαν παιδική ηλικία; Εδώ δεν ξέρουμε ποιος είναι καλά- καλά και θα αρχίσουμε να ψάχνουμε την παιδική του ηλικία; 
- Μα αυτή είναι η λύση αστυνόμε. Η παιδική μας ηλικία είναι το κλειδί για όλες τις μετέπειτα δράσεις και αντιδράσεις μας. Ξέρετε τη ψυχαναλυτική θεωρία για το τραύμα;
- Εδώ δεν ξέρω τι είναι η - πως το είπες- ψυχανα… τέτοια θεωρία θα ξέρω και για το τραύμα του δολοφόνου; Ξέρω κι εγώ τι πετριά έφαγε στο κεφάλι και ξεπαστρεύει ανθρώπους; 
- Αυτό είναι το θέμα αστυνόμε. 
- Ποιο είναι το θέμα;
 
- Ότι δεν ξέρετε, είπε κουνώντας το κεφάλι της. Στη σημερινή κοινωνία αστυνόμε η δύναμη των ορμέμφυτων και η καταπίεση τους οδηγούν σε ένα κοινωνικό πλαίσιο αποστείρωσης των ενστίκτων που υποβόσκουν σε μια λανθάνουσα κατάσταση πέραν της αρχής της ηδονής – που αντλείται από το φόνο και γιατί όχι από τον βίαιο φόνο- και εκβάλλουν- όπως θα έλεγε κι ο ποιητής- στις ακτές της μακαριότητας μας.
Ο Σεβαστιανός κοίταξε με απορία τον υπαστυνόμο που δεν άκουγε λέξη από τις αναλύσεις της εγκληματολόγου και που άρχισε ήδη να σκέφτεται το γκομενάκι που είχε χτυπήσει το περασμένο απόγευμα συνδυάζοντας τη σκέψη του με την αναζήτηση του χρώματος του εσώρουχου της εγκληματολόγου δημιουργώντας στο μυαλό του εικόνες μιας παθιασμένης παρτούζας με τόνους καυτών αδενικών εκκριμάτων και λεσβιακών γλωσσόφιλων στην οποία βέβαια παρτούζα καμία θέση δεν μπορούσε να έχει ο ξινισμένος αστυνόμος με την τριχωτή μπάκα και το γκρίζο κοστούμι. 
 
- Άκου να σου πω κυρία, δεσποινίς δεν ξέρω κι εγώ τι είσαι. Η δολοφονία του καθηγητή Γιοβάνογλου συνδέεται άμεσα με τη δολοφονία της 23χρονης ανιψιάς του. Κάποιες παλιές αμαρτίες πληρώνουν οικογενειακώς. Τώρα τι ικανοποίηση αντλεί ο κάθε ψυχάκιας- εκδικητής από τις δολοφονίες τους δεν το ξέρω. Διότι αν το ήξερα θα είχα βρει και τη λύση του όλου εγκλήματος. Τώρα αυτά που μού λες για τα ορμέφυτα..
- Ορμέμφυτα…
- Τέλος πάντων ορμέμφυτα και τα τραύματα δεν τα καταλαβαίνω. Και ούτε με ενδιαφέρουν να σου πω και την αλήθεια. 
- Όλοι φέρουμε κάποια τραύματα αστυνόμε από την παιδική μας ηλικία. Κι εσείς δεν νομίζω ότι είστε απόλυτα υγιής.
Ο υπαστυνόμος έπνιξε ένα ελαφρύ χαχανητό κοιτάζοντας τον αστυνόμο και το πώς στράβωσε το πρόσωπο του με μια γελοία γκριμάτσα.
- Τι εννοείς; Εννοείς ότι είμαι τρελός; είπε αγριοκοιτάζοντας τον υπαστυνόμο.
- Μα το τραύμα αστυνόμε δεν σε οδηγεί στην τρέλα αλλά σε μια προκαθορισμένη δράση – αντίδραση σε όλες- σχεδόν- τις ενέργειες σου. 
- Ποιο τραύμα;
- Το ψυχικό τραύμα αστυνόμε της παιδικής ηλικίας. Αυτό που όλοι ξέρουμε να καλύπτουμε με τόνους καθωσπρεπισμού. 
- Δηλαδή, ένα ψυχικό τραύμα μού λες ότι καθορίζει τη συμπεριφορά μου σε ολόκληρη τη ζωή μου; Τι αηδίες είναι αυτές; φώναξε ο Σεβαστιανός που θα περνιόταν για απόλυτα φυσιολογικός μόνο σε ένα ψυχιατρείο με βαριά διπολικούς. 
- Εσείς- ας πούμε- νομίζετε ότι όλες αυτές οι εξάρσεις βιαιότητας είναι απόλυτα φυσιολογικές; 
- Μας χρειάζεσαι κάτι άλλο; είπε ο αστυνόμος χωρίς να απαντήσει και κάνοντας νόημα στον υπαστυνόμο που απολάμβανε το γεγονός ότι ο ανώτερος του δεν μπορούσε να πει κουβέντα αλλά ούτε και να σπάσει στο ξύλο τη νεαρή εγκληματολόγο.
 
- Δεν νομίζω ότι θα σας χρειαστώ κάτι άλλο αστυνόμε. Περιμένω, όμως, μιαν απάντηση. Και δεν αναφέρομαι στο έγκλημα. Αυτό θα το λύσετε και χωρίς τη δική μου βοήθεια. Θα το λύσετε λόγω της μονομανίας σας για την εφαρμογή του νόμου και της επιβαλλόμενης δαμόκλειου σπάθης της τιμωρίας που σας επέβαλαν και την εσωτερικεύσατε. Όταν βρείτε, όμως, την απάντηση για τη βίαιη και μονόχνοτη συμπεριφορά σας τότε θα βρείτε και το νήμα για να φονεύσετε το Μινώταυρο της ψυχής σας. Εμείς είμαστε και ο Θησέας και η Αριάδνη και ο Μινώταυρος. Μόνο σας εύχομαι να μην λησμονήσετε τα μαύρα πανιά στο σκαρί σας γιατί ο Αιγαίας μια φορά αυτοκτονεί και θα είναι η τελευταία. 
 
Ο Σεβαστιανός δεν απάντησε. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και χώθηκε με γρήγορα βήματα στο θαλαμίσκο του ανελκυστήρα με τον υπαστυνόμο.
 
- Υπαστυνόμε, θέλω να μού βρεις όλες τις πληροφορίες για το θάνατο του Μύρωνα Γιοβάνογλου. Ψάξε στα αρχεία της τροχαίας. Μέχρι το μεσημέρι θέλω να γνωρίζω τα πάντα. 
- Μάλιστα, αστυνόμε, είπε και έσπρωξε την πόρτα του ανελκυστήρα περιμένοντας τον ανώτερο του να βγει έξω. 
Ο αστυνόμος κοντοστάθηκε έξω από το γραφείο του. Άνοιξε την πόρτα και σε κλάσματα του δευτερολέπτου την ξανάκλεισε. Βγήκε με γρήγορα βήματα έξω από την είσοδο του αστυνομικού τμήματος, ικανοποιήθηκε κοιτώντας τους υπόλοιπους αστυνομικούς να βαράνε προσοχή στο πέρασμα του, σκυλόβρισε ένα νεαρό αστυνομικό για την ελαφριά αξυρισιά του και πέρασε απέναντι στο καφενείο του παιδικού- και μοναδικού- του φίλου όντας απόλυτα βέβαιος για την ψυχική του υγεία. 
- Καλημέρα Κωστή, είπε και πλησίασε τον πάγκο που ο φίλος του έφτιαχνε τους καφέδες και τα διάφορα ποτά.
- Καλώς τον μπάτσο. Τι έγινε; Πως κι από δω; 
- Ήρθα να πιω έναν καφέ και να σε δω λίγο. Είσαι καλύτερα τώρα από τη γαστρεντερίτιδα;
- Πολύ καλύτερα Αντρέα. Άσε πέρασα πολύ δύσκολες στιγμές. Δώσε μου μισό λεπτό να ετοιμάσω μιαν παραγγελία και θα σού φτιάξω τον καφέ σου. Χάθηκε κι ο Γιωργάκης σήμερα. Εξαφανίστηκε. 
- Που πήγε;
- Τον έστειλα να πάρει μιαν παραγγελία εδώ πιο κάτω και δεν επέστρεψε εδώ και μισή ώρα. Υποψιάζομαι ότι του γυάλισε η κόρη του περιπτερά. Που τον βρίσκεις που τον χάνεις εκεί γυρνάει. Πότε για να πάρει τσιγάρα, πότε για καμιά σοκολάτα, για κάρτα τηλεφώνου. Όλη μέρα τη γυροφέρνει.
- Είδες το Γιωργάκη! Κι εγώ δε τον είχα ικανό ούτε μαλακία να βαρέσει.
- Επειδή εσύ υπήρξες γνωστό καμάκι στην εποχή μας και κρίνεις και τις επιδόσεις των άλλων, είπε ξεσπώντας σε γέλια ο Κωστής.
- Δεν μου λες Κωστή, πιστεύεις στα ορμέφυ… ορμέφυ.. σε κάτι φυτά με ορμές τέλος πάντων.
- Τι φυτά με ορμές ρε μπάτσε; Παλάβωσες εντελώς; Έχουν τα φυτά ορμές;
- Έτσι μού το είπαν κι εμένα. Κάτι με ορμέφυ… δεν ξέρω άστο, είπε και έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα ανάβοντας το με νευρικές κινήσεις. 
- Τι έγινε ρε Αντρέα; Σε απασχολεί κάτι;
- Για τα παιδικά τραύματα τι πιστεύεις;
- Ποια τραύματα;
- Αυτά που- κάτσε να δω πως το είπε- αυτά που καθορίζουν τις δράσεις και τις αντιδράσεις μας.
- Διαβάζουμε Αντρίκο; Το ρίξαμε στην ψυχολογία;
- Εσύ που τα ξέρεις αυτά;
- Σού το ξανάπα, διαβάζω. Τα βιβλία είναι η μόνη μου συντροφιά. Και καλά κάνεις να αρχίσεις κι εσύ διότι…
- Άσε- άσε βαριέμαι μόνο που το σκέφτομαι. Ξέχνα ότι σε ρώτησα. Μαλακίες των τρελογιατρών.
- Δεν υπάρχουν τρελογιατροί Αντρέα ούτε τρελοί. Όλοι είμαστε στα πρόθυρα της τρέλας. Εσύ νομίζεις ότι εμείς είμαστε εντελώς καλά διανοητικά;
 
- Και δεν μου λες, είπε αποφεύγοντας να απαντήσει -αφού ήταν η δεύτερη και, μάλιστα, συνεχόμενη φορά μέσα στην ίδια μέρα που αμφισβητούσαν την ψυχική του υγεία- βγάζεις άκρη με όλα αυτά που διαβάζεις;
- Γιατί να μην βγάζω. Προσπαθώ. Πάω σε ομιλίες, σε σεμινάρια γενικά μού αρέσει να μαθαίνω.
- Και δεν σού φαινόταν όταν ήμαστε νέοι ρε παιδί μου, είπε γελώντας ο Σεβαστιανός.
- Το γεγονός ρε Αντρέα ότι δεν μπόρεσα να σπουδάσω δεν είχε να κάνει με τη θέληση μου για μάθηση, είπε ο Κωστής που αναφερόταν στο γεγονός ότι η οικονομική κατάσταση του όταν ήταν νέος και ορφανός από πατέρα- τον είχε καθαρίσει η χούντα τον πατέρα του-  και τα ιδεολογικά πιστεύω του δεν του επέτρεψαν να ζητήσει κάτι άλλο παρά κάποιες δουλειές του ποδαριού προκειμένου να ζήσει τον εαυτό του και τη μάνα του. 
- Το ξέρω Κωστή. Αγαπούσες και αγαπάς τα βιβλία σε σύγκριση με μένα που δεν μπορώ να διαβάσω ούτε μια γραμμή από αυτά χωρίς να χασμουρηθώ. 
- Λοιπόν, τι θες να μάθεις για τα ψυχικά τραύματα; Πως και σού ήρθε σήμερα να ρωτήσεις γι’ αυτά;
- Έτσι μωρέ από περιέργεια. Κάπου το διάβασα, σε μια εφημερίδα και είπα να σε ρωτήσω. Λοιπόν, σε αφήνω εγώ. Έχω δουλειά στο γραφείο. 
- Κι ο καφές σου; 
- Άλλη φορά, όταν θα έχω χρόνο. Καλή συνέχεια Κωστή. 
- Περίμενε μια στιγμή. Τα Χριστούγεννα σε περιμένω στο σπίτι. Θα είναι και κάτι φίλοι από τα παλιά. Δικοί μου γιατί εσύ είχες τον ανθρωποδιώχτη πάντα. Τους ξέρεις. Τον ένα τον είχες πλακώσει μια φορά όταν λογομαχήσατε για τα πολιτικά.
- Πω ρε παιδί μου! Τι μού το θύμισες το παλιοκομμούνι. Να μού αρχίσει τώρα τις μαλακίες χριστουγεννιάτικα, ξεφύσησε τις λέξεις με δύναμη ο Σεβαστιανός που ταλαιπωρείτο από χρόνια, με κληρονομική αντικομουνιστική μανία. 
- Ρε Αντρέα πως μιλάς έτσι για τους συντρόφους μου;
- Άκου Κωστή, το γεγονός ότι ανέχομαι εσένα και το ιδεολογικό σου κουσούρι χάρη της παλιάς μας φιλίας δεν σημαίνει ότι θα ανέχομαι και τους υπόλοιπους σοβιετολάγνους εαμοβούλγαρους. Θα δω αν θα έρθω. Την τύχη μου μέσα. Με τους κομμουνιστοσυμμορίτες που μαζεύεις, φώναξε και γύρισε την πλάτη στον Κωστή.
- Εγώ θα σε περιμένω πάντως.
 
- Καλά- καλά, θα δούμε.
 
Την ώρα που έβγαινε εμφανίστηκε ο βοηθός του Κωστή- ο Γιωργάκης- που τόσο απολάμβανε να ψαρώνει ο Σεβαστιανός λόγω του ότι ο Γιωργάκης δεν ήταν και παράδειγμα ανώτερης εγκεφαλικής λειτουργίας.
 
- Καλώς τον ερωτύλο!
- Εεε! Καλημέρα αστυνόμε, ψέλλισε ο Γιωργάκης ξεροκαταπίνοντας.
- Που χάθηκες εσύ αγόρι μου; 
- Εδώ πιο κάτω, είχα πάει να παραδώσω μιαν παραγγελία και άργησα λίγο. Με ψάχνατε;
- Ναι, μού έλειψαν οι αργόστροφοι από απέναντι και σκέφτηκα να προσλάβω εσένα για βοηθό μου. Τι λες;
- Τι να σα πω… δεν ξέρω…
- Παιδί μου είσαι ηλίθιος; ρώτησε φωναχτά το Γιωργάκη που δεν ήξερε τι να απαντήσει.
- Άκου να σού πω Γιωργάκη, όσον καιρό θα δουλεύεις σ’ αυτό το καφενείο θα είσαι τύπος και υπογραμμός. Κατάλαβες;  Μην σε δω να σαλιαρίζεις με τη μικρή στη γωνία σαν τα σαχλά καμάκια βγαλμένα από κακόγουστη βιντεοκασέτα του 80. 
- Μα εγώ κύριε αστυνόμε…
- Αντιμιλάς τεντιμπόη; είπε ο Σεβαστιανός με όλην τη φρεσκάδα που τον διακατείχε ενθυμούμενος την ορολογία του πατέρα του όταν έσπαγε στο ξύλο τους τεντιμπόηδες- κατά τα λεγόμενα του- νεαρούς στις γύρω γειτονιές. Πρόσεξε, θα έχω τα μάτια μου πάνω σου.
- Το τραύμα Αντρέα που λέγαμε, φώναξε γελώντας ο Κωστής.
 
- Άσε μας κι εσύ με τις αηδίες σου, είπε και πέρασε το δρόμο για το αστυνομικό τμήμα εντός του οποίου ήξερε καλά να καμουφλάρει τις ψυχικές του ανισορροπίες και παθογένειες.  
 
Μπήκε στο γραφείο του και ζήτησε να του φωνάξουν τον υπαστυνόμο Παντελή. Σε μερικά λεπτά ο υπαστυνόμος έδινε αναφορά για την έρευνα που είχε κάνει σχετικά με το Μύρωνα Γιοβάνογλου.
- Λοιπόν, τι έμαθες;
- Ο Μύρωνας αστυνόμε, είπε και ακούμπησε στο γραφείο του Σεβαστιανού μια φωτογραφία από τα αρχεία της αστυνομίας, πέθανε σε τροχαίο στο Σούνιο. Κάηκε ολοσχερώς το αμάξι και το σώμα του απανθρακώθηκε. Οι συγγενείς του τον αναγνώρισαν από το αμάξι στο οποίο είχε εγκλωβιστεί. Οι έρευνες δεν προχώρησαν διότι όλα έδειχναν ότι επρόκειτο για δυστύχημα. ‘Όμως, έμαθα και κάτι άλλο…
- Τι; 
- Μια βδομάδα, περίπου, πριν το θανατηφόρο δυστύχημα ο Μύρωνας είχε έρθει στα χέρια με ένα θαμώνα στη λέσχη που χαρτόπαιζε, κάτω στον Πειραιά.
- Και λοιπόν;
- Λίγες μέρες πριν το δυστύχημα αυτός με τον οποίο πλακώθηκε ο Μύρωνας Γιοβάνογλου- Γιάννης Τρουγκάκης το όνομα του- βρέθηκε μαχαιρωμένος στο σπίτι του. Οι υποψίες έπεσαν στο Μύρωνα αλλά μετά το δυστύχημα έκλεισε και η υπόθεση Τρουγκάκη ως ανεξιχνίαστη. Βλέπετε ο Τρουγκάκης ήταν γνωστό απόβρασμα της τότε εποχής. Τοκογλύφος και αγιογδύτης ο μακαρίτης. Ούτε συγγενείς είχε να τον ψάξουν ούτε ενδιαφέρθηκε κανείς γι’ αυτόν.   
- Πολλές αμαρτίες είχε ο Μύρωνας. Και μάλιστα αμαρτίες απλήρωτες. 
- Μα δεν ήμαστε σίγουροι ότι αυτός τον έβγαλε από τη μέση τον Τρουγκάκη εξάλλου δεν είχε κάποιο συγγενή για να εκδικηθεί το θάνατο του. 
- Δεν υπάρχουν άνθρωποι χωρίς συγγενείς υπαστυνόμε. Δεν μού το βγάζεις απ’ το νου ότι αυτή η – προ 26 ετών – υπόθεση έχει να κάνει με τις σημερινές δολοφονίες του καθηγητή και της ανιψιάς του. Πρέπει να ξαναμιλήσω με τον Οδυσσέα Γιοβάνογλου. Ξέχασε να μού πει αρκετά πράγματα βλέπεις την προηγούμενη φορά.
Σηκώθηκε από το γραφείο του την ίδια στιγμή που φωνές ακούστηκαν έξω στο διάδρομο του αστυνομικού τμήματος:
- You fucking bastard! Don’ touch me.
- Τι διάολο γίνεται εδώ πέρα; Άνοιξε την πόρτα υπαστυνόμε. 
Απ’ έξω ένας πενηντάρης σπρωχνόταν με δύο αστυνομικούς ουρλιάζοντας ακαταλαβίστικες- για το Σεβαστιανό φράσεις- στα αγγλικά. 
- Για φέρε τον μέσα υπαστυνόμε, είπε ο Σεβαστιανός που σαν γνήσιος κομπλεξικός θεωρούσε ότι όλα τον αφορούν και πρέπει, επομένως, να επέμβει. Ο υπαστυνόμος προσπαθούσε να τον τραβήξει στο γραφείο του αστυνόμου με τη βοήθεια των άλλων δύο αστυνομικών αλλά ο ταραξίας έφερνε τρομερή αντίσταση. Με δύο συνεχόμενα χαστούκια και δυο-τρεις κλωτσιές ο υπαστυνόμος- που μαθήτευσε το savoir vivre της καλής σύλληψης και της ακόμα πιο καλής ανάκρισης από το Σεβαστιανό- έριξε στο πάτωμα του γραφείου του αστυνόμου τον ταραξία.
- How you dare you fucking motherfucker;
- Τι είπε ο μαλάκας; ρώτησε ο αστυνόμος.
- Άστε και ξέρω, είπε ο υπαστυνόμος που συνέχισε τις κλωτσιές σε όλο το σώμα του ταραξία συνοδευόμενες από βρισίδια του αισχίστου είδους- απ’ αυτά που οι μπάτσοι μαθαίνουνε στο πρώτο έτος της «σχολής» που εξάγει στόκους με στολές- και πολλαπλές γροθιές σε νεφρά και σπονδυλική στήλη. Μην αφήσει και σημάδια στο πρόσωπο! 
- Ηρέμησες τώρα; φώναξε ο υπαστυνόμος κρατώντας τον από το λαιμό.
- Ok, ok. Please stop. I haven’t done anything. It’s a just a misunderstanding. 
- Τι λέει ρε αυτός; Υπαστυνόμε καταλαβαίνεις τίποτα;
- Κοιτάξτε, είχα πάρει κάποτε το lower αλλά… τι να σα πω; Τις βρισιές πάντως τις καταλάβω. Γι’ αυτό τις έφαγε.
- Ναι πουλάκι μου σε έθιξε. Σήκωσε τον πάνω να μας πει τι έγινε.
- Άσε, θα σηκωθώ μόνος μου. I don’t need your help. 
- Αφού μιλάς ελληνικά τι μας τα πρήζεις με τα ξενόγλωσσα είπε ο Σεβαστιανός την ώρα που ο υπαστυνόμος φρόντιζε να κάτσει «αναπαυτικά» στην καρέκλα – με ένα – δυο βοηθητικές καρπαζιές στο σβέρκο- απέναντι από το γραφείο του αστυνόμου. 
- Λοιπόν, υπαστυνόμε φώναξε τα τζιμάνια που τον μάζεψαν να μας πουν τι έγινε.
Ο υπαστυνόμος φώναξε τα «τζιμάνια» που άρχισαν να δίνουν αναφορά στο Σεβαστιανό:
- Το συλλάβαμε έξω από μια χαρτοπαικτική λέσχη. Πλακωνόταν με έναν θαμώνα εκεί πέρα γιατί λέει τον έκλεψε στα χαρτιά. Άρχισε να σπάζει καρέκλες και τραπέζια. Μας ειδοποίησαν και το φέραμε με χίλια ζόρια εδώ πέρα. 
- Κλείσε την πόρτα και φύγε. Εσύ θα την πληρώσεις για όλους κωλόαγγλε, είπε και κοπάνησε το χέρι του στο γραφείο.
- Δεν είμαι Άγγλος. Έλληνας είμαι. Με έκλεψαν στα χαρτιά. 
- Αφού είσαι Έλληνας γιατί μιλάς αγγλικά ρε;
- Because i live in…
- Τι ληβ και ξεληβ ρε; Μίλα ελληνικά να συνεννοηθούμε. Που νομίζεις ότι είσαι; Στο FBI;  είπε και του πέταξε το φάκελο της υπόθεσης του Μύρωνα Γιοβάνογλου. Μέσα από το φάκελο έπεσε η φωτογραφία του Μύρωνα. Ο ξενόγλωσσος μα Έλληνας ταραξίας σήκωσε τη φωτογραφία, την κράτησε στα χέρια του και άρχισε να βρίζει Θεούς και δαίμονες.
- This fucking bastard!
- Άντε πάλι τα ίδια, είπε ο υπαστυνόμος παίρνοντας τη φωτογραφία από τα χέρια του.
- No, no i know him. Where can I find this fucking card sharper;
- Τι λέει ρε Χρήστο;
- Δεν ξέρω αστυνόμε, δεν καταλαβαίνω. Να τον πλακώσω να τελειώνουμε;
- Δεν μου λες; Και το lower- πως το είπαμε- πλακώνοντας τους εξεταστές το πήρες;
- Τον ξέρω, είπε και έδειξε τη φωτογραφία του Μύρωνα. Τον γνώρισα στην Αγγλία πριν 25 χρόνια.
Ο αστυνόμος πάγωσε. 
- Για ξαναπές το. Πότε τον γνώρισες;
- Το 1991 στο Μπρίστολ. Πριν 25 χρόνια. Μεγάλο κάθαρμα.
- Τι λες ρε μαλάκα; Αυτός…
- Σκάσε υπαστυνόμε. Μίλα μαλάκα.
- Γιατί με λέτε μαλάκα;
- Σκάσε ρε και μίλα που μού θες και καλούς τρόπους, φώναξε ο αστυνόμος. Εδώ ο κόσμος χάνεται…
- Αυτός είναι ο Μάικ. Σύχναζε σε μια παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη που τύχαινε να πηγαίνω κι εγώ κάποιες φορές. 
- Ναι πουλάκι μου. Επειδή δεν τα συνηθίζεις εσύ κάτι τέτοια. 
- Που λέτε, αυτός ήταν μεγάλο μούτρο. Έστηνε φοβερές κομπίνες και μας μαδούσε όλους. Μια μέρα παίζαμε ζάρια και τον δάνεισα κάμποσες χιλιάδες στερλίνες…
- Καλά ρε μας κοροϊδεύεις; Τυχαία βρέθηκες με κάμποσες χιλιάδες στερλίνες πάνω σου και δάνειζες τον κόσμο;
- Ξέρετε, πάντα δάνειζα όσους ήθελαν να παίξουν χαρτιά και δεν είχαν.
- Τοκογλύφος το λέμε στην Ελλάδα, μαλάκα, είπε ο Σεβαστιανός. Προχώρα.
- Λοιπόν, του έδωσα τα λεφτά και μετά εξαφανίστηκε. Άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Δεν τον έβρισκα πουθενά. Στη λέσχη δεν ξαναφάνηκε, στο σπίτι του δεν τον έβρισκα. Πάει τα έχασα τα λεφτά μου.
- Είσαι σίγουρος ότι αυτός είναι; Δες τον καλά.
- Ναι αστυνόμε. Αυτό το ειρωνικό χαμόγελο δεν θα το ξεχνούσα ποτέ μου. Και είχε κι ένα συνήθειο. Πάντα κρατούσε μια γαρδένια στο χέρι του όταν ερχόταν στη λέσχη. Και μια μέρα τον ρώτησα γιατί κρατάει αυτό το λουλούδι και μού είπε ότι του θυμίζει τον κήπο του σπιτιού του στην Ελλάδα. Πολύ περίεργος τύπος. Μεγάλο κάθαρμα.
- Ναι, ενώ εσύ είσαι του κατηχητικού. Υπαστυνόμε πάρε τον από μπροστά μου. Εγώ έχω μια επείγουσα δουλειά, είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα του. Πρέπει να πάω να μιλήσω με τον Οδυσσέα Γιοβάνογλου.
Ο υπαστυνόμος άρπαξε τον ταραξία από το πουκάμισο που φορούσε, το σήκωσε πάνω και τον πέταξε με δύναμη για να καταλήξει να συγκρουστεί μετωπικά με την πόρτα του γραφείου του Σεβαστιανού και να πέσει ξερός στο πάτωμα. 
 
- Τώρα τι κατάλαβες; έβαλε τις φωνές ο αστυνόμος στο βοηθό του. Κανόνισε ρε ζώο όρθιο να μάγκωσες την πόρτα με το χτύπημα και θα σου κάνω κωλονοσκόπηση με ομπρέλα και μετά θα την ανοίξω μέσα στον κώλο σου.  
 
Ο υπαστυνόμος μετά τον υπερβάλλοντα ζήλο που επέδειξε και είχε ως αποτέλεσμα να πέσει λιπόθυμος ο ταραξίας, τράβηξε το λιποθυμισμένο σώμα του - το οποίο έκλεινε την έξοδο στον αστυνόμο- και άνοιξε με ανακούφιση την πόρτα του γραφείου.
- Άκου υπαστυνόμε: μέχρι να γυρίσω να έχεις μαζέψει το «πτώμα» από κάτω, να έχεις φροντίσει να συνέλθει και να με περιμένεις εδώ.  
- Μάλιστα αστυνόμε.
- Και κάτι άλλο: να πας επάνω στην καυλιάρα την ψυχολόγο και να της πεις τι έκανες μόλις τώρα μπας και βρει το ψυχικό σου τραύμα. Γιατί σαν πολλά δεν  μας τα είπατε σήμερα; είπε και έφυγε τρέχοντας για το αυτοκίνητο του. 
 
-8-
 
Ο Οδυσσέας Γιοβάνογλου καθόταν σκυφτός στον καναπέ του με την Ευαγγελία Κώνστα να του χαϊδεύει το κεφάκι σε μια απέλπιδα προσπάθεια να του απαλύνει τον πόνο.
- Ποιος μπόρεσε να σκοτώσει αυτό το αθώο πλάσμα; Ποιο κτήνος τη μαχαίρωσε πέντε φορές; Ποιο;
- Μην τα σκέφτεσαι Οδυσσέα. 
- Τι να μην σκέφτομαι; Σε ένα διήμερο μας ξεπάστρεψε το κάθαρμα. Τι του κάναμε; Τι αμαρτίες πληρώνουμε; 
- Τι να σου πω αγάπη μου. Θες να σού φτιάξω έναν καφέ;
- Σού είναι εύκολο;
Σηκώθηκε, του χαμογέλασε και χάθηκε στην κουζίνα. Το θυροτηλέφωνο χτύπησε επίμονα μέχρι ο Οδυσσέας Γιοβάνογλου να ρωτήσει ποιος είναι.
- Από την αστυνομία. Νομίζω βρήκαμε το δολοφόνο. Ανοίξτε σας παρακαλώ.
- Αμέσως, είπε ο Οδυσσέας πατώντας το κουμπί του θυροτηλεφώνου. Ευαγγελία, σε παρακαλώ μην βγεις για λίγο. Ήρθαν από την αστυνομία.
- Εντάξει Οδυσσέα, φώναξε από μέσα η Ευαγγελία Κώνστα. 
Το κουδούνι ήχησε παγερά σε όλο το σπίτι. Ο Οδυσσέας άνοιξε την πόρτα και αντίκρισε δυο παγερά γαλάζια μάτια.
- Εσύ;
- Εγώ Οδυσσέα. Ο μικρός σας. Φαντάζομαι δεν με περίμενες;
- Εσύ είσαι πίσω από όλα κάθαρμα;
 
- Το ποιος είναι κάθαρμα και ποιος όχι δεν θα το κρίνεις εσύ. Καιρός για δικαιοσύνη Οδυσσέα. Ό, τι έσπειρες θα θερίσεις. Ή μάλλον άλλος θα είναι ο θεριστής, είπε και τράβηξε το σουγιά από την τσέπη του. Τα μάτια του Οδυσσέα καρφώθηκαν στη μικρή λεπίδα. Με μια ανεπαίσθητη κίνηση ο Μύρωνας κάρφωσε το σουγιά στο λαιμό του αδελφού του. Ένας ρόγχος έσπασε τη σιωπή των μερικών δευτερολέπτων. Ο Μύρωνας αγκάλιασε τον Οδυσσέα με τη μικρή λεπίδα να μπαινοβγαίνει εφτά φορές στο στομάχι του. Ο Οδυσσέας γονάτισε μπροστά στον αδελφό του που κρατούσε στο χέρι το σουγιά με τη ματωμένη λεπίδα. Με μια κλωτσιά τον έριξε στο πάτωμα.  Έβγαλε μια γαρδένια από την τσέπη του και την ακούμπησε στο σώμα του Οδυσσέα πιέζοντας την μέσα στην ανοιχτή πληγή.
 
Την ίδια στιγμή μπήκε στο σαλόνι η Ευαγγελία:
 
- Τι έγινε; Τι φασαρία είναι αυ…
Ο Μύρωνας χωρίς να περιμένει δευτερόλεπτο κατευθύνθηκε προς την Ευαγγελία που παρέμεινε να κοιτάζει το άψυχο σώμα του Οδυσσέα χωρίς να μπορεί ούτε να φωνάξει ούτε να ζητήσει βοήθεια. Με την ίδια ματωμένη λεπίδα χάραξε το λαιμό της. Το αίμα της πιτσίλισε το πρόσωπο του. Αγκάλιασε το κεφάλι της και χάιδεψε με τη ματωμένη παλάμη του την Ευαγγελία που είχε πιαστεί στον τοίχο του διαδρόμου σε μια απέλπιδα προσπάθεια να σταθεί στα πόδια της.
- Δεν ήθελα να σε σκοτώσω. Δεν σε γνωρίζω καν, της ψιθύρισε στ’ αυτί χώνοντας τη λεπίδα του σουγιά που κρατούσε στο σβέρκο της. Αυτά τα καθάρματα ήθελα να εξαφανίσω.
 
 
Αίμα, ζεστό αίμα έτρεξε στην σπονδυλική της στήλη λίγο πριν ξαπλώσει μπρούμυτα και αφήσει την τελευταία της πνοή χωρίς να ξέρει ποιος καλά- καλά την σκότωσε και γιατί. 
 
- Άσε κάτω το μαχαίρι που κρατάς και σήκωσε τα χέρια σου ψηλά, φώναξε ο Σεβαστιανός περνώντας πάνω από το νεκρό σώμα του Οδυσσέα Γιοβάνογλου.
 
 Γύρισε το κεφάλι του και τότε μια λάμψη φώτισε τα γαλάζια μάτια του Μύρωνα. Κοίταξε τον αστυνόμο. Ένα χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο του. Σήκωσε το χέρι του. Κοίταξε ξανά τον αστυνόμο στα μάτια. Τα δάχτυλα του Σεβαστιανού κράτησαν σφικτά το όπλο στην παλάμη του. Το χέρι του Μύρωνα τεντώθηκε στον αέρα, πίσω από το κεφάλι του, με το σουγιά σφιγμένο ανάμεσα στα δάχτυλα. Ο δείκτης της παλάμης του αστυνόμου πίεσε ελαφρά τη σκανδάλη. Ο σουγιάς έφυγε από το χέρι του Μύρωνα την ίδια στιγμή που μια σφαίρα έφευγε από την κάννη του όπλου του αστυνόμου. Η λεπίδα καρφώθηκε λίγα εκατοστά πάνω από το κεφάλι του Σεβαστιανού. Η σφαίρα έσκισε τον αέρα και σφηνώθηκε στον αριστερό ώμο του Μύρωνα συνθλίβοντας την κλείδα του.
 
Ο Σεβαστιανός γύρισε το κεφάλι του. Το βλέμμα του καρφώθηκε στο σουγιά που έπεφτε με ορμή στο πάτωμα. Γύρισε ξανά προς το Μύρωνα που ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα και γεμάτος αίματα. Έτρεξε προς το μέρος του:
 
- Μύρωνα Γιοβάνογλου, συλλαμβάνεσαι για το φόνο εκ προμελέτης τεσσάρων ανθρώπων.
- Παρά λίγο πέντε, είπε χαμογελώντας. Μην μού στερείς τα εύσημα.
Έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και ειδοποίησε το ασθενοφόρο. Κατόπιν τηλεφώνησε στον υπαστυνόμο Παντελή.  
- Ξέρεις γιατί τους ξεπάστρεψα μπάτσε; 
- Μην μιλάς. 
- Θα σου πω μια ιστορία, πριν έρθουν και με πάρουν. Πριν 26 χρόνια ξεκοίλιασα ένα βρωμιάρη στο σπίτι του.
- Τον Τρουγκάκη.
 
- Ενημερωμένος μπάτσε. Μην με διακόπτεις σε παρακαλώ. Δεν έχω πολλές δυνάμεις. Ξεκοίλιασα, λοιπόν, αυτό το σιχαμερό τοκογλύφο. Με απειλούσε γιατί του χρωστούσα λεφτά και οι δικοί μου δεν μού έδιναν άλλα για να τον πληρώσω. Πέρασαν μερικές μέρες και όλες οι υποψίες στράφηκαν προς το μέρος μου. Ήταν θέμα χρόνου να με συλλάβουν. Όλα τα στοιχεία ήταν εναντίον μου. Δεν ήξερα τι να κάνω. Τότε ο Ματθαίος σκέφτηκε ένα καλό σχέδιο που μας βόλευε όλους. Να σκηνοθετήσουμε το θάνατο μου σε τροχαίο και να φύγω με πλοίο για την Αγγλία. Είχε φίλους εκεί που θα με περίμεναν για να με βοηθήσουν να κάνω μια νέα αρχή. Έπρεπε, όμως, να υπάρχει ένα πτώμα. Ο Οδυσσέας τότε σκέφτηκε έναν εργάτη που είχε στην εργοληπτική ο πατέρας μας. Ξένος, κανένας δεν ήξερε ποιος πραγματικά ήταν και κανένας δεν θα τον έψαχνε. Ο Οδυσσέας, ο εργάτης του  κι εγώ ξεκινήσαμε αργά το απόγευμα με το αυτοκίνητο μου για το Σούνιο προκειμένου να ελέγξει- όπως του είπε- την περιοχή για την ανέγερση ενός ξενοδοχείου. Τον θυμάμαι αστυνόμε. Γελούσε σε όλην τη διαδρομή. Δεν θυμάμαι το όνομα  του αλλά θυμάμαι τα χαρούμενα μάτια του. Μας μιλούσε για την πατρίδα του, για τη μάνα του, για τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά του. Μας έλεγε πόσο τους είχε πεθυμήσει και ότι μέχρι του χρόνου θα έφευγε. «Τελείωσε ο πόλεμος. Τώρα θα ζήσω εκεί.
 
Θα μπορέσω να ξαναδώ την οικογένεια μου. Να ανάψω τσιγάρο με τον παλιό αναπτήρα του πατέρα μου που πέθανε από τις βόμβες- λίγο καιρό πριν φύγω - και να δω μακριά τις απέραντες εκτάσεις της γης μου. Της δικής μου γης». Θυμόταν τη θάλασσα της πατρίδας του. Του έλειπε η θάλασσα. Κι εγώ τότε του είπα: «Κι εμείς έχουμε θάλασσα, κοίτα». «Δεν είναι η ίδια κύριε Μύρωνα», μού απάντησε. «Ο κάθε άνθρωπος κουβαλά τη δική του θάλασσα».
 
Σκούπισα τα μάτια μου και του ανακάτεψα τα μαλλιά. Φτάσαμε σε μια ερημική περιοχή στο Σούνιο. Ο Οδυσσέας έκανε ότι κοιτούσε το χώρο κι εγώ- που όλοι γνώριζαν ότι ήμουν ο ανεύθυνος της οικογένειας - έβγαλα ένα κασόνι μπύρες από το πορτ- μπαγκαζ του αυτοκινήτου. «Δεν πίνω κύριε Μύρωνα. Δεν κάνει». «Πιες ρε. Τι φοβάσαι»; Πήρε δειλά τη μπύρα και άρχισε να πίνει. Η μια μπύρα έφερε την άλλη και ο… δεν θυμάμαι το όνομα- δεν έχει σημασία- άρχισε να νιώθει ζαλάδα. Το βάλαμε να ξαπλώσει. Σε μερικά λεπτά αποκοιμήθηκε. Ο δρόμος ήταν ήδη σκοτεινός. Το χειμώνα μπάτσε γίνονται τα πιο ωραία εγκλήματα. Ο μαυρισμένος ουρανός τα σκεπάζει προστατευτικά. Δεν υπήρχε καθόλου κίνηση στο δρόμο. Ο ήλιος είχε δύσει και το σχέδιο μας έπρεπε να ολοκληρωθεί. Τον βάλαμε στη θέση του συνοδηγού και ξεκινήσαμε για την επιστροφή.
 
Σε μια απότομη στροφή σταματήσαμε. Βάλαμε το ξένο στη θέση του οδηγού, το περιλούσαμε με βενζίνη, κατεβάσαμε το χειρόφρενο και το σπρώξαμε στο γκρεμό πετώντας ένα αναμμένο σπίρτο μέσα στο ανοιχτό παράθυρο. «Ο Θεός βοηθός», είπε ο Οδυσσέας. «Μην ανακατεύεις το Θεό με τις βρομοδουλειές μας», του απάντησα και απομακρυνθήκαμε.  Η εκκωφαντική έκρηξη φώτισε τη χαράδρα του γκρεμού.  Επιταχύναμε το βήμα μας και φτάσαμε στο σημείο που είχαμε συνεννοηθεί με το Ματθαίο. Μπήκαμε στο αμάξι του και πήραμε το δρόμο της επιστροφής.
 
Το ίδιο βράδυ έφευγε πλοίο για την Αγγλία. Πληρώσαμε αδρά και ο καπετάνιος με δήλωσε ως μέλος του πληρώματος. Στο λιμάνι ήμουνα μόνος μαζί το Ματθαίο. Ο Οδυσσέας αποκοιμήθηκε στα πίσω καθίσματα. Με αγκάλιασε και μού ευχήθηκε καλή τύχη. Μού έδωσε μια διεύθυνση και το τηλέφωνο κάποιων έμπιστων του. Λίγο πριν ανέβω στο καράβι έβγαλε μια καμπαρτίνα από το αμάξι και μού την έδωσε. « Κάνει κρύο στην Αγγλία αδελφέ», είπε και με αγκάλιασε. Δεν μιλήσαμε ξανά. Ανέβηκα στο καράβι και έφυγα χωρίς να χαιρετήσω τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Μόνο με την καμπαρτίνα του Ματθαίου. Αυτήν την καμπαρτίνα που του επέστρεψα το βράδυ που τον σκότωσα.
 
- Γιατί τους σκότωσες; Αφού σε βοήθησαν να γλυτώσεις, εσύ γιατί…
- Μην βιάζεσαι να βγάλεις συμπεράσματα μπάτσε. Η περιουσία των γονιών μας ήταν πολύ μεγάλη και είχαμε συμφωνήσει να μού στείλουν με κάποιο τρόπο το μερίδιο μου στην Αγγλία. Με το θάνατο των γονιών μας ολόκληρη η περιουσία πέρασε στα χέρια τους για μένα, όμως, δε υπήρχε τίποτα. Δεν σκέφτηκαν να μού στείλουν όχι το μερίδιο μου αλλά ούτε και κάποια χρήματα για να ζήσω. Σχεδίαζα εδώ και μερικά χρόνια την επιστροφή μου, την εκδίκηση μου. 
- Τότε,  μετά το δυστύχημα, η αστυνομία δεν έψαξε; δεν έγιναν έρευνες για τα αίτια του δυστυχήματος;
- Ο πατέρας μου είχε μεγάλη δύναμη στους πολιτικούς κύκλους. Άρχισε, βλέπετε, να γίνεται μεγάλος εργολάβος και αποτελούσε το απαραίτητο μέσο για τις μίζες των πολιτικών. Ο αδελφός μου, ο Οδυσσέας, που ήταν και το δεξί του χέρι τον έπεισε να φροντίσει να κλείσει την υπόθεση. Του είχε πει ότι δεν συνέφερε σε κανέναν να αρχίσει η αστυνομία να ψάχνει το παρελθόν μου. Οπότε ο πατέρας μου φρόντισε να κλείσει η υπόθεση και ο θάνατος μου να περάσει ως ένα τραγικό δυστύχημα. Κανείς δεν ξανασχολήθηκε με μένα και το θάνατο μου. Αυτά μού τα είχε πει ο Οδυσσέας, όταν ακόμα μιλούσαμε αραιά και που. 
- Την ανιψιά σου γιατί τη σκότωσες; Αυτή τι έφταιγε;
 
- Για να τον πονέσω μπάτσε. Για να πονέσω αυτό το κάθαρμα που βλέπεις εκεί να κείτεται άψυχο. Και για να εξαφανίσω κάθε ίχνος δικό τους από αυτόν τον κόσμο. Προσπαθούσα να μιλήσω μαζί του από το τηλέφωνο. Στην αρχή μού έλεγε να περιμένω και ότι θα μού έστελνε τα λεφτά. Μετά δεν έβγαινε καν στη γραμμή όταν υποψιαζόταν ότι μπορεί να ήμουνα εγώ. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν όταν είδα το Ματθαίο στο Λονδίνο. Φτασμένος πια καθηγητής πανεπιστημίου έδωσε μια σειρά από διαλέξεις στην Αγγλία. Κι εγώ κρυμμένος στο πλήθος να τον ακούω να μιλά σαν αυθεντία. Μόλις τελείωσε ην τελευταία του ομιλία στο Λονδίνο, τον πλησίασα φορώντας την παλιά καμπαρτίνα που μού είχε δώσει. «Τι θες εδώ», μού είπε πριν καν με ρωτήσει αν ζω, πως τα φέρνω βόλτα στο εξωτερικό ή αν χρειάζομαι κάτι. Δεν του απάντησα, του χαμογέλασα, του ψιθύρισα ένα παλιό τραγούδι που μας έλεγε η μάνα μας πριν κοιμηθούμε  κι έφυγα. Το ίδιο αυτό τραγούδι τους ψιθύριζα και μετά που τους ξεκοίλιαζα. Τότε ήμουνα σίγουρος ότι αυτά τα καθάρματα έπρεπε να βγουν από τη μέση. 
 
- Δεν θα μπορούσαν, όμως, να περάσουν τα λεφτά στα χέρια σου. Για το ελληνικό κράτος είσαι νεκρός. Πέθανες το 1990 σε τροχαίο.
- Δεν με ένοιαζαν πια τα λεφτά. Ούτως ή άλλως ήταν χαμένα για μένα. 
Ο αστυνόμος γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε για ακόμα μια φορά το νεκρό και καταματωμένο σώμα του Οδυσσέα Γιοβάνογλου. Τα μάτια του σταμάτησαν στη γαρδένια.
- Και η γαρδένια; 
- Ενθύμιο. 
- Δηλαδή;
- Στην αυλή του πατρικού μας είχαμε πολλές γλάστρες με γαρδένιες. Τις αγαπούσε η μάνα μου βλέπεις. Πάντα κρατούσε στα χέρια της μια φρεσκοκομμένη γαρδένια. Την τελευταία μέρα, πριν το φρικτό μας έγκλημα που σκηνοθετήσαμε, η μάνα μου έκοψε μια γαρδένια και μου την έβαλε στο χέρι. Με κοίταξε στα μάτια και με φίλησε στο μέτωπο. Το φιλί και η γαρδένια ήταν η μόνη μου εικόνα από τη μάνα μου. Η μόνη εικόνα που κράτησα μέσα μου. Αυτή και το παλιό τραγούδι… αυτό που σιγοτραγουδούσε η κυρά- Ελένη κάθε βράδυ πριν κοιμηθούμε…
 
Έκλεισε τα μάτια του και έγειρε πίσω το κεφάλι του. Η σειρήνα του ασθενοφόρου αντήχησε μέσα στο διαμέρισμα σαν νυστέρι που χαράζει τη μακαριότητα του θανάτου.
- Θέλω να δω τον τάφο της μάνας μου, είπε ξέπνοα όπως ξέπνοα σιγοτραγούδησε και τον παλιό σκοπό με τα μάτια του κλειστά: 
 
Ας ερχόσουν για λίγο
μοναχά για ένα βράδυ
να γεμίσεις με φως
το φριχτό μου σκοτάδι…
 
- Μην ανησυχείς, θα το φροντίσω, ψιθύρισε ο Σεβαστιανός με το μυαλό του να γυρνάει στη δική του μάνα. 
 
-9-
 
Παραμονή Χριστουγέννων και ο αστυνόμος Σεβαστιανός με ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι κοιτούσε έξω από την κλειστή μπαλκονόπορτα του διαμερίσματος του στο Παλαιό Φάληρο. Είχε μετακομίσει πρόσφατα από τη Ζωγράφου που έμενε για χρόνια στα Νότια Προάστια. Δεν είναι ότι του περίσσευαν τα χρήματα για μια πιο ακριβή περιοχή απλά είχε πάντα καημό ένα διαμέρισμα κοντά στη θάλασσα. Ο μισθός του δεν έφτανε, βέβαια, για να νοικιάσει σπίτι απέναντι από τη θάλασσα του Φαλήρου αλλά μια χαρά βολεύτηκε σε μια πάροδο της Αγίου Αλεξάνδρου. Κοιτούσε τα απέναντι διαμερίσματα με τα πολύχρωμα φωτάκια από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα των γειτόνων του να αναβοσβήνουν στον ίδιο μονότονο ρυθμό. Από το στόμα του κρεμόταν ένα τσιγάρο με την καύτρα του να φωτίζει το σκοτεινό μπαλκόνι. Στο δικό του σπίτι δεν υπήρχε χριστουγεννιάτικο δεντράκι. Στο σύνθετο που βρισκόταν στριμωγμένο στον τοίχο ήταν ακουμπισμένο ένα μικρό καραβάκι. «Οι Έλληνες δεν στολίζουν δεντράκια και αηδίες», θυμόταν τα λόγια του πατέρα του κάθε φορά που τον ρωτούσε γιατί αυτοί δεν είχαν χριστουγεννιάτικο δεντράκι. Γύρω από το καραβάκι ένας «κλοιός» από λαμπιόνια έσφιγγαν το μικρό σκαρί του όπως τα λόγια του πατέρα έσφιγγαν σαν αλυσίδα την ψυχή του Σεβαστιανού κι ας μην το ήξερε ούτε ο ίδιος. Με τη γραβάτα του καλά δεμένη γύρω από το λαιμό του κοιτούσε τα φώτα των απέναντι διαμερισμάτων και έπινε αργά το ποτό του. 
 
 
Ο Μύρωνας είχε συλληφθεί για τέσσερις δολοφονίες μα δεν προχώρησε η υπόθεση. Αυτοκτόνησε μέσα στο κρατητήριο με το σεντόνι του. Ο ίδιος ο αστυνόμος ζήτησε και πήρε άδεια για να δει ο Μύρωνας τον τάφο της μητέρας του. Το ίδιο βράδυ μετά την επίσκεψη στο κοιμητήριο τον βρήκαν κρεμασμένο μέσα στο κελί του. «Μια ιστορία που ξεκίνησε με θάνατο πάντα τελειώνει με θάνατο», σκέφτηκε ο αστυνόμος μόλις του ανέφεραν την αυτοκτονία του Μύρωνα. Μια ολόκληρη οικογένεια χάθηκε πληρώνοντας παλιές αμαρτίες. Την περιουσία τους διεκδικούσε τώρα  ένας μακρινός συγγενής που καλά- καλά δεν τους ήξερε. 
 
Ο Σεβαστιανός έσβησε το τσιγάρο του στο τασάκι και ετοιμαζόταν να ανάψει ακόμα ένα όταν άκουσε το κινητό του να χτυπάει. Το έβγαλε από την τσέπη του κουστουμιού του, κοίταξε τον αριθμό και απάντησε πίνοντας μια γουλιά από το ποτό του.
 
- Καλησπέρα. Πως και πήρες τηλέφωνο τέτοια ώρα;
-
- Τέλος πάντων. 
-
- Δεν ξέρω. Δεν νομίζω να έρθω. Δεν υπάρχει και λόγος ούτως ή άλλως…
-
- Θα δούμε. Δεν σού υπόσχομαι. Εξάλλου μπορεί να έχεις και καλύτερη παρέα.
-
- Καληνύχτα.
-
- Θα δω. Καληνύχτα.
Έκλεισε το τηλέφωνο, τράβηξε την κουρτίνα - κοιτάζοντας ένα παιδί που περπατούσε κρατώντας τον πατέρα του από το χέρι- ήπιε μονορούφι το πότο του και έκλεισε το φως του μικρού χολ. Προχώρησε προς το δωμάτιο του χαλαρώνοντας ελαφρά τη γραβάτα του. Ήταν Χριστούγεννα αλλά αυτός δεν πίστευε στα θαύματα και τον Άγιο Βασίλη δεν τον γνώρισε ποτέ…
 
-10-
 
Ο Σεβαστιανός ξύπνησε- όπως και όλες τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου- από τις έξι το πρωί. Ξυρίστηκε με περισσή επιμέλεια, έφτιαξε τον καφέ του, κάπνισε δυο- τρία τσιγάρα και ετοιμάστηκε για το μεσημεριανό τραπέζι που τον είχαν καλέσει. Φόρεσε το κουστούμι του, κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη ρίχνοντας αγχωμένες ματιές στην αραίωση που κάλυπτε το πίσω μέρος του κεφαλιού του ξέροντας- κατά βάθος- ότι σε μερικά χρόνια αυτή η αραίωση θα γινόταν μια ξεγυρισμένη καράφλα, πήρε τα κλειδιά του και κατέβηκε στο δρόμο που είχε παρκάρει το αμάξι του μπροστά στην πολυκατοικία. Τότε συνειδητοποίησε ότι δεν είχε πάρει τίποτα και θα πήγαινε με άδεια χέρια.  Έψαξε στην Αγίου Αλεξάνδρου και βρήκε ένα μικρό ανθοπωλείο και μπήκε μέσα για να πάρει κάτι- ίσως μια γλάστρα- αφού το θεωρούσε μεγάλη προσβολή να πάει με άδεια χέρια. 
 
- Καλημέρα θα ήθελα…
- Καλημέρα και χρόνια πολλά. Τι θα θέλατε;
- Μια γλάστρα.
- Τι γλάστρα; 
- Ξέρω κι εγώ. Μια γλάστρα που να ταιριάζει με τη μέρα.
- Γυναίκα; ρώτησε ο ανθοπώλης κλείνοντας του το μάτι και ξεπερνώντας τα όρια που έθετε ο ίδιος ο Σεβαστιανός στην επικοινωνία του με τους άλλους.
- Να μην σε νοιάζει. Δώσε μου μια γλάστρα με αλεξανδρινό να τελειώνουμε και σβέλτα, απάντησε ο Σεβαστιανός παραμένοντας εκτός του εορταστικού κλίματος.
- Αμέσως, απάντησε ο ανθοπώλης που συνειδητοποίησε ότι ο τύπος απέναντι του ίσως να ήταν και το κακό ξωτικό των Χριστουγέννων – με την ελαφριά καράφλα και τη μουντρουχιά στο βλέμμα- που έκανε την επανεμφάνιση του πρόωρα φέτος.
Πήρε τη γλάστρα και έφυγε. Το να γράψει κάποια κάρτα με ευχές ίσως να του φάνηκε περιττό ή ίσως να μην του πέρασε καν από το μυαλό. Βγήκε στο δρόμο τη στιγμή που τρία παιδιά έμπαιναν στο ανθοπωλείο για να πουν τα κάλαντα. Ο ίδιος δεν είπε ποτέ τα κάλαντα στη γειτονιά όταν ήταν παιδί- αν υπήρξε ψυχικά ποτέ παιδί- παρά μόνο στη σχολική χορωδία που μπήκε με το ζόρι προκειμένου να ξεχαστούν από τους δασκάλους του οι καθημερινές βιαιότητες που έπραττε σε βάρος των συμμαθητών του. Κοντοστάθηκε και άκουγε το παιδικό «Τρίο Κιτάρα» με τα κάλαντα. Τα πράσινα μάτια του φωτίστηκαν για μια στιγμή με ένα αχνό χαμόγελο. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του και έβγαλε ένα εικοσάευρω.  Μόλις βγήκαν τα παιδιά έξω από το ανθοπωλείο τα σταμάτησε σαν μπάτσος έτοιμος να ελέγξει τις ταυτότητες τους και τα πολιτικά τους φρονήματα. 
 
- Χρόνια πολλά, ψέλλισε ανάμεσα στα δόντια του και τους έδωσε το χαρτονόμισμα χωρίς κανένα ίχνος χαμόγελου στο πρόσωπο του. 
 
- Ευ.. ευχαριστούμε. Δεν έχουμε ρέστα, είπε ο ψηλότερος από τους τρεις.
- Απόδειξη δίνεται; ρώτησε σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κάνει χιούμορ.
Τα παιδιά δεν ήξεραν τι να απαντήσουν παρά μόνο κοιτούσαν το Σεβαστιανό. Αυτός δεν είπε τίποτε άλλο. Έκανε μια γελοία γκριμάτσα- κανείς δεν παίρνει όρκο ότι ήταν χαμόγελο- και συνέχισε το δρόμο του. Προχώρησε μερικά μέτρα, γύρισε το κεφάλι του και φώναξε στα παιδιά:
- Μην μάθω ότι κάνατε τίποτα τεντιμποϊσμούς στη γειτονιά, έτσι; 
 
Υπό το απορημένο βλέμμα των παιδιών- που ασφαλώς δεν ήξεραν τι είναι οι τεντιμποϊσμοί-μπήκε στο αμάξι του, άφησε τη γλάστρα στη θέση του συνοδηγού, άναψε τσιγάρο και έβαλε μπρος τη μηχανή του αυτοκινήτου. Από το ραδιόφωνο ακουγόταν ένα παλιό τραγούδι: «Κι ο σπαθάτος ο Αντρέας έγινε ένα μάτσο κρέας..»
- Άει στο διάολο χριστουγεννιάτικα, ούρλιαξε και έκλεισε το ραδιόφωνο ξεκινώντας με μεγάλο «κέφι» για την εορταστική του επίσκεψη.
 
-11-
Με τη γλάστρα ανά χείρας ανέβαινε τα σκαλιά της πολυκατοικίας σε μιαν τελευταία προσπάθεια να κάνει το τζόβενο. Στον τρίτο σταμάτησε ασθμαίνοντας. «Κι ο σπαθάτος ο Αντρέας έγινε ένα μάτσο κρέας», σκέφτηκε και στάθηκε έξω από την απέναντι πόρτα στο βάθος του διαδρόμου. Πάτησε το κουδούνι και περίμενε.
 
- Καλώς τον, άκουσε με ευχαρίστηση τη φωνή της πρώην γυναίκας του που με το που άνοιξε την πόρτα είδε το χαμογελαστό της πρόσωπο. Ήρθες τελικά!
- Δεν θα μπορούσα με τίποτα να χάσω το γαλακτομπούρεκο που φτιάχνεις, χαμογέλασε ο Σεβαστιανός με ένα ξεκάθαρο- αυτή τη φορά- χαμόγελο που έφτανε από τη μια πλευρά του προσώπου του στην άλλη. 
- Πέρασε, σε περίμενα.
Ο Σεβαστιανός εισήλθε δειλά- δειλά στο διαμέρισμα της πρώην γυναίκας του με τη γλάστρα πάντα ανά χείρας.
- Δεν μού λες Αντρίκο- όπως συνήθιζε να τον φωνάζει τους πρώτους μήνες του γάμου τους, γιατί οι επόμενοι υπήρξαν αφόρητοι και για του δύο- πως και δεν φόρεσες γραβάτα σήμερα;
Ο Σεβαστιανός έφερε το ελεύθερο χέρι του στο γιακά του πουκαμίσου του και τότε συνειδητοποίησε ότι πράγματι – ίσως να ήταν και η πρώτη φορά που πήγαινε κάπου πέρα από τη γεωγραφικά προσδιορισμένη περιοχή της γειτονιάς του – και αυτό όχι πάντα- είχε έρθει στο σπίτι της πρώην γυναίκας του χωρίς να φοράει τη γνωστή σε όλους μαύρη γραβάτα. 
 
- Δεν ξέρω, την ξέχασα παρατημένη στο κρεβάτι. Ίσως, τελικά, να είναι καλύτερα έτσι. Τι λες; ρώτησε και ψαχούλεψε το λαιμό του νιώθοντας ανακούφιση για την απουσία του περίτεχνου κόμπου που σαν θηλιά έσφιγγε το λαιμό του μια ολόκληρη ζωή όπως η θηλιά που πέρασαν στην ψυχή του και η οποία τύλιξε και έπνιξε όλα τα όνειρα του από τότε που ήταν παιδί, σβήνοντας το χαμόγελο από τα μάτια του πριν αυτό προλάβει να χαραχτεί βαθιά μέσα. Αυτή τη στιγμή τα πράσινα μάτια του πράγματι χαμογελούσαν με τη μορφή της πρώην γυναίκας του να καθρεφτίζεται μέσα τους.
 
ΤΕΛΟΣ