Αστυνομικό διήγημα : "Δεκαεφτά"

Αστυνομικό διήγημα : "Δεκαεφτά"
Η Offsite παρουσιάζει το αστυνομικό διήγημα του Τειρεσία Λυγερού : "Δεκαεφτά"

-1-

Η μυρωδιά του αίματος αναμεμειγμένη με το άρωμα που ανέδιδαν τα αρωματικά κεριά ανακάτεψε το στομάχι του αστυνόμου Σεβαστιανού. Στους τοίχους του πολυτελέστατου σαλονιού με τα ακριβά έπιπλα αντίκες και την τεράστια βιβλιοθήκη στο βάθος δίπλα από την μπαλκονόπορτα υπήρχαν πιτσιλιές από φρέσκο αίμα. Στη μοκέτα πεσμένος μπρούμυτα ο νεκρός. Ένας μεσήλικας ποιητής με μια ξανθιά, γυναικεία περούκα στο κεφάλι- που αποδείκνυε τα σεξουαλικά του γούστα- η φήμη του οποίου ξεπερνούσε την ποιότητα της πέννας του. Αφημένος μπρούμυτα με διάτρητο το θώρακα, την κοιλιακή χώρα και κομμένο το λαιμό αναπαυόταν στον αιώνιο ύπνο του προσπαθώντας, παράλληλα, να πείσει τον Ραδάμανθυ ότι πρέπει να του επιτραπεί η είσοδος στη νήσο των Μακάρων όπου στα περίχωρα συχνάζουν πολλοί εναλλακτικοί καλλιτέχνες με άδειο από ιδέες μυαλό μα έχοντας περισσό ταλαντούχο ναρκισσισμό. Το κερασάκι στην τούρτα σε αυτό το φόνο ήταν ένα αμβλύ αντικείμενο - αφρικανικό βέλος που πριν γίνει δολοφονικό μέσο αποτελούσε διακοσμητικό στοιχείο για τον τοίχο του ιδιοκτήτη-  χωμένο στον πρωκτό του γυμνού νεκρού. Λίγα εκατοστά δίπλα από το άψυχο σώμα βρισκόταν ένα ποτήρι του νερού σπασμένο.

-Ωραίες εικόνες βλέπουμε βραδιάτικα, ψιθύρισε ο υπαστυνόμος Παντελή στον ανώτερο του.

-Αν δεν σου αρέσει αγόρι μου η δουλειά μας μπορείς να κάνεις μαθήματα κομμωτικής και να ανοίξεις ένα πολυτελές κομμωτήριο στα Βόρεια προάστια για πλούσιες κυράτσες που τα ακουμπάνε στον πρώτο ομορφονιό που θα τους προσφέρει αυτό που δεν είναι ικανός να τους δώσει ο ματσωμένος σύζυγος.

- Δηλαδή εσάς κύριε αστυνόμε σας αρέσει αυτό το θέαμα;

Ήταν από τις λίγες φορές που τολμούσε να αντιμιλήσει στον αστυνόμο. Ο Σεβαστιανός τον κοίταξε για κλάσματα του δευτερολέπτου και τον προσπέρασε ψάχνοντας τον ιατροδικαστή.

- Τι έχουμε εδώ; ρώτησε τον σχετικά νεαρό ιατροδικαστή.

-Φόνο.

-Σώπα. Κι εγώ νόμιζα ότι μαζευτήκαμε να παίξουμε μπιρίμπα.

Ο ιατροδικαστής δεν απάντησε στον ειρωνικό τόνο του αστυνόμου. Αρκέστηκε σε ένα ενδόμυχο «άει γαμήσου μαλάκα, που κουβαληθήκαμε εδώ βραδιάτικα» διαολοστέλνοντας τη φοιτητική του εμμονή να γίνει ιατροδικαστής και όχι παιδίατρος με έτοιμο το ιατρείο του πατέρα του και συνέχισε τις εξηγήσεις στον αστυνόμο Σεβαστιανό.

- Το θύμα φέρει πολλαπλά τραύματα στην κοιλιακή χώρα, το θώρακα και ένα βαθύ κόψιμο στο λαιμό.

- Και παλούκωμα, είπε ο αστυνόμος χαμογελαστός.

- Ναι. Ένα αμβλύ αντικείμενο τοποθετήθηκε βίαια στον πρωκτό του θύματος.

- Γι’ αυτό μ’ αρέσετε εσείς οι ιατροδικαστές. Ακόμα και το πιο ελεεινό έγκλημα το περιγράφετε με επιστημονική πραότητα. Εκεί που εμείς οι μπάτσοι βλέπουμε ένα βέλος χωμένο στον κώλο κάποιου εσείς βλέπετε ένα αμβλύ αντικείμενο στον πρωκτό του.

- Αύριο το πρωί θα έχετε την αναφορά μου στο γραφείο σας, είπε χωρίς να σχολιάσει τα λόγια του αστυνόμου.

Ο Σεβαστιανός προχώρησε πιο κοντά στο χώρο του εγκλήματος. Το πτώμα βρισκόταν πεσμένο μπροστά από τον δερμάτινο καναπέ.

«Ποιός ξέρει πόσα άμοιρα ζωντανά σφαγιάστηκαν για να αναπαύει τον κώλο του ο «μεγάλος» αυτός – και νεκρός πια- ποιητής. Τελικά ο κώλος του αναπαύτηκε οριστικά σε ένα αμβλύ αντικείμενο», σκεφτόταν ο αστυνόμος κοιτώντας τα  μισογεμάτα ποτήρια με ένα κιτρινωπό υγρό μέσα που βρίσκονταν στο λευκό τραπεζάκι. Δίπλα από τα ποτήρια του ουίσκι ένα ακόμα ψηλό ποτήρι με νερό και η τελευταία ποιητική συλλογή του θύματος. Αγαμέμνονας Αποστόλου, «Μικρά κατορθώματα» έγραφε στο εξώφυλλο. Μια ποιητική συλλογή για την οποία είχε διαβάσει στο βιβλιοφιλικό ένθετο της κυριακάτικης του εφημερίδας. Όχι, βέβαια, από ενδιαφέρον για τις νέες εκδόσεις αλλά όταν βρισκόταν στην τουαλέτα ο αστυνόμος συνήθιζε να διαβάζει κάθε φυλλάδα που λάχαινε να βρίσκεται πεταμένη πάνω στο πλυντήριο. Θυμήθηκε και την ατάκα του κουλτουριάρη βιβλιοκριτικού για το βιβλίο του μεγαλοποιητή: «Ο Αποστόλου για άλλη μια φορά μαγεύει τις Μούσες». Διάβασε κι ένα απόσπασμα από το βιβλίο που είχαν βάλει στην εφημερίδα και σκέφτηκε τότε ότι καλό θα ήταν να φυλάξει το έντυπο σε περίπτωση που τελειώσει το κωλόχαρτο. Πολύ θα ήθελε να καθάριζε τον κώλο του με τη μαγεία των Μουσών. 

-Μάλλον  ο μακαρίτης είχε παρέα, είπε ο υπαστυνόμος στο Σεβαστιανό βγάζοντας τον από τις σκέψεις του.

- Και μάλιστα πολύ καλή απ’ ότι φαίνεται. Του έκανε και το τελευταίο του δώρο. Ανοιχτοχέρης ο μουσαφίρης. Λοιπόν, υπαστυνόμε. Ολοκληρώστε την έρευνα στο χώρο και…

- Αφήστε με να μπω. Δεν μπορείτε να με κρατάτε έξω.

Ο αστυνόμος προχώρησε προς την είσοδο του σπιτιού. Μια νεαρή κοπέλα με μισοξυρισμένο το κεφάλι και μια ροζ τούφα να πέφτει στο πρόσωπο της έσπρωχνε τους αστυνομικούς για να μπει στο διαμέρισμα. Ντυμένη στα μαύρα με μια μυρωδιά απλυσιάς των Εξαρχείων ανακάτευε το στομάχι του Σεβαστιανού που πάθαινε αλλεργία στους εναλλακτικούς μαυροντυμένους της φτιαχτής κατάθλιψης, του μεταμοντέρνου γκόθικ και των μισοξυρισμένων κεφαλιών. Δείγμα ότι περνούσαν «υπαρξιακή- καλλιτεχνική» κρίση αφημένοι μακριά από τα πλούσια σπίτια του επιχειρηματία μπαμπά στα Βόρεια προάστια. Κάτι τέτοιοι τύποι και τύπισσες σύμφωνα με το Σεβαστιανό κάνουν πράξη την περιβαλλοντική προσπάθεια για οικονομία στο νερό αφού το μπάνιο αποτελούσε γι’ αυτούς μιαν αχαρτογράφητη περιοχή – ίσως ναρκοθετημένη- την οποία και δεν επισκέπτονταν ποτέ. Τους έβλεπε πολύ συχνά όταν κατηφόριζε την Πανεπιστημίου να κινούνται στους χώρους των βιβλιοκαφέ και των δισκοπωλείων κρατώντας ένα τενεκεδάκι ζεστής μπύρας- γνήσιο κατουρόζουμο-  οραματιζόμενοι μιαν αταξική κοινωνία στην οποία θα απάγγελναν ελεύθερα ποίηση υπό τους ήχους των μολότοφ διάφορων ξέμπαρκων πρεζονιών που την πέφτουν στους μπάτσους για να σπάσει η πλήξη της μεγαλοαστικής τους καταγωγής.

-Τι συμβαίνει, είπε αυστηρά ο αστυνόμος.

-Η κοπέλα θέλει να μπει στο διαμέρισμα.

-Άσε με ρε μαλάκα σου λέω. Κωλόμπατσε.

-Ήσυχα έτσι, φώναξε ο Σεβαστιανός.

-Θέλω να δω τον Αγαμέμνονα.

- Δεν θα σε αναγνωρίσει, πίστεψε με, είπε σαρκαστικά και οι αστυνομικοί γέλασαν δυνατά. Με ένα βλέμμα ο αστυνόμος τους επανέφερε στην τάξη.

- Ξέρω ποιος τον σκότωσε.

Ο Σεβαστιανός την κοίταξε ψυχρά. Έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα του από το γκρίζο του κουστούμι και πέρασε στο διάδρομο.

- Το θέαμα είναι φρικτό. Δεν χρειάζεται να μπεις μέσα . Μπορούμε να μιλήσουμε κι εδώ, είπε και άναψε ένα λευκό τσιγάρο. Της πρόσφερε το πακέτο αλλά αυτή αρνήθηκε. Έβγαλε από την τσάντα της μια δερμάτινη θήκη με καπνό και άρχισε με τρεμάμενα χέρια να στρίβει ένα τσιγάρο. Περπάτησαν αμίλητοι μέχρι την άκρη του διαδρόμου. Της πρόσφερε φωτιά κοιτώντας την όπως ένα παιδί που κοιτάει τον παλιάτσο σε τσίρκο της επαρχίας.

- Λοιπόν. Τι ξέρεις;

- Άκου. Ο Αγαμέμνονας είχε πολλούς φίλους αλλά λίγοι τον χώνευαν. Ίσως μόνο εγώ να τον συμπαθούσα. Οι υπόλοιποι τον ανέχονταν γιατί τον είχαν ανάγκη.

-Τι ανάγκη τον είχαν;

- Ο Αγαμέμνονας ήταν πολύ γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Τα ποιήματα του φιλοξενούνταν στα μεγαλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά. Τα βιβλία του έπαιρναν σπουδαίες κριτικές και πουλούσαν πολλά αντίτυπα. Μη φανταστείτε ότι ήταν τόσο καλός γραφιάς. Είχε απλά τον τρόπο του. Δικτυώθηκε νωρίς και απολάμβανε τους καρπούς της δικτύωσης του.

- Πως τον γνώρισες;

- Τους τελευταίους μήνες δίδασκε ποίηση σε ένα λογοτεχνικό εργαστήρι για φερέλπιδες ποιητές, πολλοί από τους οποίους περνούσαν από το κρεβάτι του για μια δημοσίευση σε ένα λογοτεχνικό περιοδικό, για μια κριτική, για μια θέση σε ένα ράφι βιβλιοπωλείου.

Τειρεσίας Λυγερός: "Η Μαύρη Κάντιλακ": Το αστυνομικό μυθιστόρημα που αλλάζει όσα ξέρουμε γύρω από το έγκλημα

- Εκεί τον γνώρισες;

- Ναι. Θεωρούσε ότι έχω πολύ καλή πέννα αλλά δεν ασχολιόταν και ιδιαίτερα μαζί μου. Βλέπετε ανάμεσα στα πόδια έχω αυτό που θα ήθελε να είχε εκείνος. Εγώ, όμως, τον συμπαθούσα και με τον καιρό με συμπάθησε και αυτός. Αρχίσαμε να μιλάμε στο τηλέφωνο και θέλησε με βοηθήσει να εκδώσω το βιβλίο μου. Του έδωσα τα χειρόγραφα μου και με πρότεινε σε έναν μικρό εκδοτικό οίκο. Η συνεργασία δεν προχώρησε αφού ο εκδότης μού ζήτησε 2 χιλιάδες ευρώ.

- Δύο χιλιάδες ευρώ; Τόσα βγάζω εγώ σε δύο μήνες.

- Υπάρχουν κάποιοι, όμως, που τα βγάζουν τυπώνοντας αέρα κοπανιστό σε σκληρό χαρτί, είπε γελώντας. Απόψε είχαμε ραντεβού στις δέκα. Θα πέρναγα να του φέρω μερικά ποιήματα μου στις οκτώ αλλά μού είπε ότι είχε δουλειά εκείνη την ώρα και να περάσω κατά τις δέκα. Με το που έφτασα εδώ είδα τους μπάτσους. Ρώτησα μια γριά στην είσοδο της πολυκατοικίας και μού είπε ότι σκότωσαν τον Αγαμέμνονα.

- Αυτή μας ειδοποίησε. Ήρθε για τα κοινόχρηστα γύρω στις εννιά, βρήκε την πόρτα ανοιχτή και το φίλο σας δολοφονημένο. Πριν μας είπες ότι ξέρεις ποιος τον σκότωσε.

- Δεν το ξέρω, είμαι σίγουρη.

-Έχεις επίγνωση του τι θα πεις; Δεν χρειάζεται να μπλέκουμε άτομα ταλαιπωρώντας τόσο τους ίδιους όσο και τους αστυνομικούς που τρέχουν άδικα μετά από κάθε εν βρασμώ ομολογία.

- Κοίτα. Θες να μάθεις ή να φύγω;

- Τον ενικό τον προσπερνώ. Μπορεί η μπογιά που έβαψες τα μαλλιά σου να αφυδάτωσε τον εγκέφαλο σου και δεν μπορείς να διακρίνεις τη διαφορά ηλικίας. Τέλος πάντων μίλα.

- Γιώργος Αντωνίου, είπε με ένα μειδίαμα στα χείλη προσπερνώντας την ειρωνεία του αστυνόμου για την κόμμωση της. Αυτός τον σκότωσε.

- Ποιος είναι αυτός και τι λόγους είχε να το κάνει;

- Ποιητής. Πολύ καλός. Γνήσιο ταλέντο. Ο απόμακρος χαρακτήρας του, όμως, δεν τον άφηνε να βγει στο φως. Εκκεντρικός και απρόσιτος προσπαθούσε να δημοσιεύσει τα ποιήματα του σε λογοτεχνικά περιοδικά. Πάντα, όμως, έβρισκε μπροστά του εμπόδια που του έστηναν διάφοροι φτασμένοι του χώρου οι οποίοι είτε ήθελαν να τον ρίξουν στο κρεβάτι τους είτε απλά τον προσπερνούσαν χωρίς να ασχολούνται μαζί του.

- Εσύ πως τον γνώρισες;

- Ήταν συμφοιτητής μου πριν χρόνια. Συναντηθήκαμε τυχαία σε μια λογοτεχνική βραδιά και ανταλλάξαμε τηλέφωνα. Εγώ τον έφερα σε επαφή με τον Αγαμέμνονα. Του είπα ότι αυτός ίσως να μπορούσε να τον βοηθήσει να δημοσιεύσει κάποια ποιήματα του. Αλλά…

- Τι αλλά;

- Ο Αγαμέμνονας δεν μπορούσε να συγκρατήσει τις ορμές του. Όταν έβλεπε νεαρά αγοράκια φούσκωνε το παντελόνι του. Ειδικότερα φτιαχνόταν όταν έπαιζε και το ρόλο του μέντορα σε νέους ποιητές. Μέντορας στην ποίηση, μέντορας και στο κρεβάτι. Του άρεσε να ασκεί εξουσία μέσα από τις θέσεις που κατείχε. Συναντήθηκαν πριν μία εβδομάδα στο σπίτι του μακαρίτη. Του την έπεσε, πλακώθηκαν και του είπε ότι στην Ελλάδα δεν θα έχει κανένα μέλλον. Θα φροντίσει- όπως του είπε- να μην δημοσιευτεί ούτε αράδα του σε λογοτεχνικό έντυπο.

- Αυτό δεν τον κάνει δολοφόνο, είπε ο αστυνόμος σβήνοντας το τσιγάρο του στη γλάστρα που βρισκόταν στη γωνία του διαδρόμου.

- Αυτοσχέδιο τασάκι.

- Λίπασμα νικοτίνης, γέλασε ο αστυνόμος.

- Μού το είπε, ψιθύρισε η κοπέλα προσπερνώντας το αστείο του Σεβαστιανού.

- Τι σου είπε;

- Ότι θα τον σκοτώσει. Με πήρε τηλέφωνο μετά τη συνάντηση και μού είπε ότι τέτοια τομάρια δεν έχουν θέση στην κοινωνία. Προσπάθησα να τον ηρεμήσω αλλά δεν θέλησε να με ακούσει. Για πολλές μέρες τον έπαιρνα τηλέφωνο αλλά δεν απαντούσε. Αυτός τον σκότωσε. Είμαι σίγουρη.

- Ξέρεις… το όνομα σου;

- Λία. Λία Δημητρίου.

- Ξέρεις Λία, αν όποτε κάποιος έλεγε ότι θα σκοτώσει κάποιον τον σκότωνε τότε η Ελλάδα θα ήταν ένα απέραντο νεκροταφείο μιας εγκαταλελειμμένης χώρας. Θα ερευνήσουμε αυτά που μου είπες.

- Κάντε ότι θέλετε. Αυτή είναι η διεύθυνση του, είπε γράφοντας σ’ ένα χαρτί την οδό και τον αριθμό του. Μένει στους Αμπελόκηπους. Μπορώ τώρα να δω τον Αγαμέμνονα;

- Ρε μανία με τους νεκρόφιλους! Είπαμε όχι. Το θέαμα δεν ενδείκνυται για φερέλπιδες ποιητές με ροζ μαλλιά και μισοξυρισμένο κεφάλι.

- Καλώς. Καλό βράδυ, είπε ήρεμα και του γύρισε την πλάτη.

Πριν μπει στον ανελκυστήρα γύρισε προς το μέρος του αστυνόμου.

- Πάντως εσύ αστυνόμε δεν έχεις λόγω να ξυρίσεις το κεφάλι σου. Μια χούφτα τρίχες όλες κι όλες και αυτές γκρίζες. Το γήρας ου γαρ έρχεται μόνο…

Ο Σεβαστιανός δεν απάντησε. Έπνιξε μια βρισιά ανάμεσα στα δόντια του και κοίταξε βλοσυρά τη νεαρή. Η αραίωση των μαλλιών του και το γεγονός ότι είχε περάσει τη μέση ηλικία ερέθιζαν το νευρικό του σύστημα. Κοιτούσε την πόρτα του ανελκυστήρα να κλείνει. Ασυναίσθητα ακούμπησε το πίσω μέρος του κεφαλιού του. «Η αραίωση γίνεται καράφλα σιγά – σιγά» σκέφτηκε και έβαλε άλλο ένα τσιγάρο στο στόμα του.

-2-

- Γιατί με φέρατε εδώ;                                                                                   

-  Ασφαλώς όχι για να μας απαγγείλεις ποίηση, είπε ειρωνικά ο Σεβαστιανός. Έναν ποιητή Αγαμέμνονα Αποστόλου πόσο καλά τον γνώριζες;

- Κατάλαβα πρόκειται για το ξεπάστρεμα του Αποστόλου. Τον γνώριζα τόσο όσο να το σιχαθώ.

- Είχατε κάποια σχέση, είπε τονίζοντας την τελευταία λέξη.

- Αν εννοείτε ερωτική όχι. Μού αρέσουν οι γυναίκες σε αντίθεση με το μακαρίτη που του άρεσαν τα γεμάτα από μπρος παντελόνια.

Ο Σεβαστιανός γέλασε ελαφρά με τον τόνο του νεαρού ποιητή. Άναψε ένα τσιγάρο πίνοντας ταυτόχρονα μια γουλιά από τον κρύο πια καφέ που βρισκόταν στο γραφείο του.

- Μάθαμε ότι είχες πει κάποτε ότι θα τον σκότωνες.

- Ξέρετε πόσοι θα ήθελαν να τον βγάλουν από τη μέση; Ξέρετε πόσοι το είπαν αυτό; Εγώ μπορώ να σας πω τουλάχιστο καμιά δεκαριά. Κανείς δεν το χώνευε. Είχε εισχωρήσει στους χώρους της ποίησης και κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ αυτόν. Όλοι οι εκδότες των περιοδικών του σιναφιού έσκυβαν πειθήνια το κεφάλι τους μπροστά στην ατάλαντη χοντροκοπιά του.

Τειρεσίας Λυγερός: "Η Μαύρη Κάντιλακ": Το αστυνομικό μυθιστόρημα που αλλάζει όσα ξέρουμε γύρω από το έγκλημα

- Τι ανάγκη τον είχαν; είπε φυσώντας τον καπνό του ψηλά.

- Κοιτάξτε, ο Αποστόλου είχε εγκολπωθεί αρχικά σε όλους τους αριστερούς χώρους. Απόμαχος βλέπετε του Πολυτεχνείου μετά την πτώση της χούντας κατόρθωσε να εισχωρήσει σε όλους τους κύκλους της διανόησης πουλώντας μεταπολιτευτική επανάσταση ψευδό τροτσκικής μονομανίας. Μπορώ να έχω ένα τσιγάρο;

Ο Σεβαστιανός πρόσφερε το πακέτο του στον νεαρό ποιητή σκεφτόμενος τη δική του μοίρα στη μεταπολίτευση. «Κάποιοι έχτισαν την καριέρα τους στο μύθο του Πολυτεχνείου ενώ άλλοι στιγματίστηκαν για μια ολόκληρη ζωή», σκεφτόταν αναλογιζόμενος τη δική του θέση στα πρώτα χρόνια μετά την πτώση της χούντας. Γόνος χουντικού μπάτσου κουβαλούσε τη ρετσινιά του πατέρα του μέχρι σήμερα. Πολλές ήταν οι πόρτες που είχαν κλείσει με θόρυβο μπροστά στα μάτια του. Μόνο η πόρτα της αστυνομίας παρέμεινε ανοιχτή. Μόνο εκεί χωρούσαν τα δικά του όνειρα.

- Όπως έλεγα, είπε ρουφώντας μια γερή δόση νικοτίνης, ο Αγαμέμνονας πουλούσε τη φήμη του στο Πολυτεχνείο στους κύκλους των προοδευτικών ακαδημαϊκών και καλλιτεχνών που μας φορτώθηκαν μετά την είσοδο του τανκς αφού- δυστυχώς- η πόρτα δεν τους έκανε ένα με το τσιμέντο. Το λέω χωρίς να ντρέπομαι. Ξέρετε ότι αν τους ξεπάστρευαν τότε, η Ελλάδα θα ήταν άλλη χώρα; Η χούντα ούτως ή άλλως θα έφευγε με την πτώση της Κύπρου. Οπότε και η μεταπολίτευση θα γινόταν και πάλι με τις ευλογίες της CIA, με τα ξινισμένα μούτρα του εθνάρχη των φρυδιών και με την νομιμοποίηση των δήθεν παρακρατικών της κόκκινης στρατιάς. Μόνο που θα είχαμε γλυτώσει από τους κράχτες του «Εδώ Πολυτεχνείο»- γνήσιοι κράχτες της βλαχό- κουλτούρας της Πλάκας, του παγωμένου παστίτσιου και του προτηγανισμένου μουσακά  και των χτυπημάτων του Αντρέα στην ταράτσα.

- Στο ζουμί παρακαλώ, είπε ο Σεβαστιανός που, όμως, έκανε πολύ γούστο το ξεμπρόστιασμα των τοπικών, αριστερίστικων μύθων της κουλτουριάρικης Αθήνας.

-  Τέλος πάντων, ο Αγαμέμνονας έβλεπε τα ποιήματα του να αποκτούν φήμη και ο ίδιος σταδιακά να μετατρέπεται σε ένα νομπελίστα χωρίς νόμπελ. Ξέρετε στην Ελλάδα όλοι οι ποιητές θεωρούν τον εαυτό τους εν δυνάμει νομπελίστα. Τι κι αν δεν τους ξέρει κανείς πέρα από τα ελληνικά σύνορα αυτοί οραματίζονται ότι μια μέρα θα ντυθούν πιγκουίνοι με σμόκιν και παπιγιόν και θα παραλάβουν τη μεγάλη πλακέτα δικαιωμένοι για τον ένδοξο κοινωνικό και ποιητικό τους αγώνα. Πως χωράει τόση μεγαλομανία σε τόσο μικρά μυαλά κανείς δεν ξέρει. Ο Αγαμέμνονας σιγά- σιγά απόκτησε πρόσβαση σε μεγάλους εκδοτικούς οίκους, σε γνωστά ή βραχύβια λογοτεχνικά περιοδικά  δημιουργώντας ένα δικό του μύθο. Το μύθο του μεγαλύτερου εν ζωή ποιητή. Και από πίσω του στρατιές οι ατάλαντοι προλετάριοι της ποίησης να γίνονται αυλικοί του. Αυλικοί του τσιμπουκιού, του στημένου κώλου και της πλαδαρής ψωλής του μεγάλου ποιητή. Έστηνε τον κώλο του ο επαναστάτης ποιητής και αν δεν του τον βούλωνες προκοπή δεν έβλεπες. Ψάρευε φερέλπιδες ποιητές από τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, τα λογοτεχνικά σεμιναριάδικα- ξέρετε στους εναλλακτικούς χώρους όπου τα ακουμπά κάποιος χοντρά προκειμένου να τον προσφωνήσουν συγγραφέα και να του υποσχεθούν ότι θα κάποια μέρα θα γίνει λογοτέχνης ανένταχτος στο σύστημα που γέννησε τη μπουρζουαζία- τους έχωνε στο κρεβάτι του και αυτοί έπαιρναν διάφορα λογοτεχνικά βραβεία πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή. Μια απλή ιστορία αγάπης με happy end. Όλοι ευτυχισμένοι. Ο Αγαμέμνονας για το κομμάτι κρέας που έπαιρνε, οι ποιητές για τα ιλουστρασιόν βραβεία και τα μεγάλα συμβόλαια σε αυτιστικούς εκδοτικούς οίκους και οι εκδότες για τις πωλήσεις των βιβλίων τους μέσα από την τζάμπα προώθηση των στημένων λογοτεχνικών διαγωνισμών

- Εσύ τι σχέση είχες μαζί του.

- Εγώ τον γνώρισα μέσω μιας κουλτουριάρας φίλης. Θέλησα να του δείξω τα ποιήματα μου για να βρω τις άκρες μου και αυτός ήθελε να με βοηθήσει παίρνοντας το σαρκικό άκρο που είχα ανάμεσα στα πόδια. Όταν άρχισε να παραφέρεται…

- Τι εννοείς να παραφέρεται;

- Είχα πάει στο σπίτι του και με την πρώτη ευκαιρία άρχισε να απλώνει χέρι. Του έκοψα τη φόρα και σε μερικά λεπτά μού ζήτησε να περάσω έξω προφασιζόμενος ότι έχει δουλειά.

- Είχατε τσακωθεί; είχατε λογομαχήσει; είπε σβήνοντας το τσιγάρο του στο κυπελάκι του καφέ.

- Μπορώ να πω ότι ναι είχαμε ανταλλάξει κάποιες βαριές κουβέντες. Τον διαολόστειλα- μού είπε κι αυτός τα δικά του- και έφυγα. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε. Πάνω στο θυμό μου πήρα αυτό το ψώνιο την παλιά συμφοιτήτρια μου και της είπα ότι θέλω να τον σκοτώσω. Αλλά το θέλω από το μπορώ νομίζω ότι απέχει πολύ, είπε αναζητώντας να πετάξει την ήδη σβηστή γόπα από το τσιγάρο του.  

- Χθες το βράδυ από τις 8 μέχρι τις 11 που ήσαστε; ρώτησε ο αστυνόμος δίνοντας του το κυπελάκι του καφέ που χρησίμευε και σαν σταχτοδοχείο.  

- Φτάσαμε, λοιπόν, στο κύκνειο άσμα της ανάκρισης: στο άλλοθι. Ψες ήμουνα σε ένα φίλο από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 1 μετά τα μεσάνυχτα. Μπορείτε να το ψάξετε. Ήμαστε μαζεμένα πολλά άτομα. Γιόρταζε τα γενέθλια του.

Τειρεσίας Λυγερός: "Η Μαύρη Κάντιλακ": Το αστυνομικό μυθιστόρημα που αλλάζει όσα ξέρουμε γύρω από το έγκλημα

- Ωραία. Θα ήθελα να μην φύγεις από την Αθήνα. Μπορεί να σε χρειαστούμε για περαιτέρω διευκρινίσεις. Προς το παρόν είσαι ελεύθερος από μένα.

Ο νεαρός σηκώθηκε από την καρέκλα, χαιρέτισε τον αστυνόμο με μια ψυχρή χειραψία και άνοιξε την πόρτα του γραφείου του. Στάθηκε για μια στιγμή κρατώντας την πόρτα με το αριστερό του χέρι. Γύρισε το κεφάλι προς τον αστυνόμο και κάτι θέλησε να ψελλίσει.

- Θα ήθελες κάτι άλλο;

- Σκέφτομαι να σας δώσω μιαν πληροφορία. Απλά ξέρετε δεν θέλω να μπλέξω άλλα άτομα.

- Η απόκρυψη στοιχείων…

- Ξέρω- ξέρω. Λοιπόν, το τελευταίο του ποιητικό θήραμα ήταν ο Γιάννης Σμίλης που από ατάλαντος, κομμουνιστολάγνος γραφιάς των σεμιναριάδικων είδε να του ανοίγονται όλοι οι δρόμοι της ποίησης μετά το άνοιγμα των κωλομάγουλων του Αγαμέμνονα. Πριν μερικές μέρες βραβεύτηκε και με το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή. Δεν λέω, όμως, ότι τον σκότωσε αυτός, αλλά ίσως να μπορέσει να σας βοηθήσει. Με προσοχή, όμως, είναι πολύ σκοτισμένο αγόρι. Η ποίηση του έπεσε βαριά και δεν τη χώνεψε ακόμη.

Ο Σεβαστιανός σημείωσε το όνομα.

- Θα τον βρείτε τα απογεύματα να αραδιάζει τις επαναστατικές του αρλούμπες στο καφέ «Η πέννα» ή βλέννα – όπως το λέω εγώ-  στη Σόλωνος υπό τους ήχους της τζαζ.  Καλό ψάξιμο αστυνόμε.

Ο αστυνόμος ψέλλισε ένα «να πας στο καλό» που ακούστηκε περισσότερο σαν απειλή- συνηθισμένος τόσα χρόνια να απειλεί αυτούς που ανέκρινε - και σηκώθηκε από το γραφείο του.

« Άντε να βγάλεις άκρη με όλους αυτούς τους ανισόρροπους γραφιάδες και τους γλεντζέδες του κώλου», σκεφτόταν και στο μυαλό του τού ήρθε η υπόθεση της δολοφονίας ενός ηθοποιού πριν μερικά χρόνια. Τον είχαν βρει σε ένα ξενοδοχείο στην Ομόνοια με κομμένο το λαρύγγι μέσα σε μια λίμνη αίματος. Γνωστός για την αντιρατσιστική του δραστηριότητα και την αριστερή του ευαισθησία απέναντι σε οτιδήποτε είχε να κάνει με Αφρική (κυρίως) και Ασία μέσα σε ένα εξωκοινοβουλευτικό πλαίσιο υποψιασμένων επαναστατών που διατυμπάνιζαν μέσα στην χωρίς χρώμα μονοδιάστατη εφημερίδα τους ότι ήταν οι τελευταίοι σωτήρες της κοινωνίας προερχόμενοι εξελικτικά από τον ίδιο τον Λένιν και, όμως, εγκεφαλικά παραμένοντες σε επίπεδα πιθηκανθρώπου με βλέμμα κερκοπίθηκου εγκλωβισμένου στο καθ’ ημάς άστυ. Πρώτος σε σχολεία μεταναστών, πρώτος στα αντιρατσιστικά παρέμενε αγκυλωμένος ακόμη και στον ύπνο του. Βροντοφώναζε στους ταλαίπωρους, αχυρόμυαλους νέους της παράταξής του ότι απέρριπτε κάθε τηλεοπτική πρόταση αφού ήταν ταγμένος στο θέατρο.

Το γεγονός ότι κανένας δεν του είχε προτείνει τηλεοπτική δουλειά αφού ήταν ένας πολτός ατάλαντης και ναρκισσιστικής μάζας δεν έπαιζε κανένα ρόλο για το προοδευτικό μυαλό του. Του αρκούσε να ανεβάζει στο σανίδι κακοπαιγμένες μπρεχτικές παραστάσεις (που αν τις έβλεπε ο Μπρεχτ θα προτιμούσε να γίνει ένα ακόμη γλοιώδες στελεχοειδές στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα περιτριγυρισμένος από φαινομενικά ανοργασμικούς τεχνοκράτες - με παζολινικά, όμως, βίτσια της λεγεώνας των παιδόφιλων Καρδιναλίων- παρά να αναλώνεται με όλες αυτές τις κομματικές, εξωκοινοβουλευτικές Στυμφαλίδες όρνιθες με κεφάλια Λερναίας Ύδρας). 

Τελικά με το θάνατό του αποδείχτηκαν τα βαθύτερα συμφέροντα της αριστερόστροφης φιλανθρωπίας του. Τον είχαν ξεπαστρέψει δύο Κογκολέζοι λαθρομετανάστες μέσα στο δωμάτιο του μπουρδέλου – ονομαζόμενου για τυπικούς λόγους ως ξενοδοχείου- την ώρα που τους έπαιρνε συντροφικό τσιμπούκι ξαλαφρώνοντας τα μεγάλα αρχίδια τους. Παντρεμένος με ένα παιδί ήξερε να κρύβει καλά τα γούστα του καλύπτοντάς τα με μπόλικη δόση φιλανθρωπίας και αριστερής γαρνιτούρας για ξελιγωμένες, άκαυλες μεσήλικες γεροντοκόρες που καλοέβλεπαν τα σκουρόχρωμα καυλιά των μεταναστών αφού τα ντόπια δεν θα εκτονώνονταν ποτέ στη στέρφα, πια, μήτρα τους λόγω της αυξημένης κοινωνικής ζήτησης σε σκληρούς φαλλούς σε μια νοσούσα ερωτικά κοινωνία της εφήμερης εκσπερμάτισης και της άμεσης ανταλλαγής αδενικών εκκριμάτων.

Ο Σεβαστιανός είχε κινδυνεύσει να βγει σε διαθεσιμότητα γι’ αυτήν την υπόθεση. Το έγκλημα αποκαλύφθηκε πολύ γρήγορα αφού ο υπάλληλος του ξενοδοχείου- ένας αλβανικής καταγωγής μετανάστης που είχε ελληνοποιηθεί πρόσφατα σε πείσμα όλων αυτών των νεοναζιστών τσολιάδων, απόγονων των μαυραγοριτών και των δοσίλογων της κατοχής που έκρυβαν με δυσκολία τη σβάστικα κάτω από τη φουστανέλα του ρατσιστικού πατριωτισμού τους και οι οποίοι του φώναζαν «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ Αλβανέ»- άνοιξε το στόμα του και μίλησε για τις συχνές επισκέψεις του ηθοποιού μετά αφρικανικής συνοδείας στα δωμάτια του ξενοδοχείου.

Τότε ο Σεβαστιανός είχε δηλώσει σε ένα λιγδιάρη δημοσιογραφίσκο με μπλοκάκι του ΤΕΒΕ ότι : « Κάθε αριστερός φιλάνθρωπος οφείλει να ενδιαφέρεται τόσο για το φαγητό, τη στέγη και τη μόρφωση των μεταναστών όσο και για την αδενική τους εκτόνωση». Οι ανώτεροι του το θεώρησαν πολύ προσβλητικό και ρατσιστικό, πράγμα που τους άρεσε, βέβαια, αφού η στολή αποτελούσε δείγμα άσκησης εξουσίας προερχόμενο από τα τάγματα εφόδου των ES- ES, μόνο που για να τηρήσουν τα προσχήματα του κάνανε πειθαρχική δίωξη για τα μάτια του κόσμου. Η υπόθεση ξεχάστηκε, οι Κογκολέζοι συνελήφθησαν, ο αφρικανολάγνος ηθοποιός μετέβει σε τόπο χλοερό και ο Σεβαστιανός παρέμεινε ένστολος.

            Ο αστυνόμος μπήκε στο καφενείο του φίλου του, του Κωστή οποίος ήταν- ίσως- ο μοναδικός άνθρωπος που τον συμπαθούσε. Με εξαίρεση την πρώην σύζυγο του που δοκίμασε να τον αγαπήσει αλλά κατάλαβε ότι μπορεί να έβγαζε τη στολή του μπάτσου στο σπίτι αλλά δεν απεκδυόταν και τη νοοτροπία της εξουσίας. Ο Κωστής- αμετανόητος κομμουνιστής της παλιάς σχολής και του κόμματος- αγαπούσε πολύ τον παιδικό του φίλο έστω κι αν πήραν διαφορετικό δρόμο στη ζωή τους. Το οικογενειακό τους παρελθόν θα έπρεπε να τους κάνει άσπονδους εχθρούς (χουντικής καταγωγής ο ένας, επαναστατικής, αντιχουντικής ο άλλος με ένα πατέρα που τον ξεπάστρεψε το καθεστώς της κιτσόβλαχιάς των υψηλόβαθμων στρατιωτικών που εντέλει έβγαλαν τα μάτια τους μεταξύ τους σαν γνήσιοι φραπεδιάρηδες, ελληναράδες ξεπουλώντας ολοκληρωτικά τη μεγαλόνησο).  

- Καλημέρα Κωστή.

- Καλώς τον μπάτσο. Τι σε φέρνει απ’ εδώ;

- Ήρθα να πιω έναν καφέ και να τα πούμε λίγο.

- Δυστυχώς δεν έχω πολύ χρόνο. Περιμένω το Γιωργάκη να έρθει από την τράπεζα και θα πάω για κάτι εξετάσεις αίματος.

- Τι έγινε όλα καλά; Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;

- Όχι ρε Αντρέα, απλά είναι ο καιρός των αναλύσεων μου. Και ειδικά φέτος μετά τις καλοκαιρινές επισκέψεις μου στο χωριό με όλα αυτά τα κοψίδια και τα σπληνάντερα οι αριθμοί της χοληστερίνης μου και των τριγλυκεριδίων μου θα έχουν φτάσει τους αριθμούς του χρέους της χώρας μας.

- Άστα. Κι εγώ έκανα αναλύσεις πριν μερικές εβδομάδες και ο γιατρός μού είπε να κόψω κρέατα, αλάτι, ζάχαρη και ότι άλλο εκστασιάζει τον ουρανίσκο μου.

- Στην ηλικία μας πρέπει να προσέχουμε Αντρέα. Ξέρεις για να μας σηκώνεται κιόλας.

- Τέτοιο πρόβλημα δεν έχω.

- Και να είχες δεν θα το έλεγες, είπε γελώντας δυνατά. Διάβασα στην εφημερίδα για το φόνο του Αγαμέμνονα Αποστόλου.

- Τον ήξερες;

- Είχα δει ποιήματα του σε κάτι κάρτες που μοιράζονταν πέρσι τη «Μέρα της ποίησης» έξω από το μετρό στο Μοναστηράκι. Δεν έλεγε πολλά. Τζάμπα τα δέντρα που κόπηκαν για το χαρτί των βιβλίων του.

- Εγώ δε τον είχα ακούσει ξανά.

- Που να τον ακούσεις ρε Αντρέα. Εσύ το πολύ- πολύ να ξέρεις το Σεφέρη και τον Ελύτη.

- Ακουστά, ως μεγάλα ονόματα της λογοτεχνίας. Ποιήματα τους δεν θυμάμαι. Κάτι θυμάμαι για ένα ακρογιάλι και ένα τελευταίο σταθμό.

Ο Κωστής γέλασε με το φίλο του, ο οποίος αντιδρούσε σε όποιαδήποτε μορφή τέχνης και διανόησης όπως κι ένας ευνουχισμένος Μανδαρίνος μπροστά σε ένα φιλήδονο και ξυρισμένο μουνί.

- Τέλος πάντων. Θα σε αφήσω τότε και θα έρθω αύριο να πιούμε τον καφέ μας. Να τα πούμε και λίγο.

- Ωραία, θα σε περιμένω. Αντρέα, μια στιγμή. Θα ήθελα να σου προτείνω κάτι.

- Πες μου.

- Αγόρασα δύο εισιτήρια για φιλανθρωπικούς σκοπούς για μια χορευτική παράσταση. Πρόκειται για έναν ομογενή που ζει στο Λονδίνο, σπουδαίο χορευτή, ο οποίος έρχεται στην χώρα μας μετά από πολλά χρόνια για φιλανθρωπικού σκοπούς.

- Ξέρεις ότι κάτι τέτοια κουλτουριάρικα μού φέρνουν αλλεργία. Θα σού δώσω τα λεφτά του εισιτηρίου και δεν χρειάζεται να έρθω.

- Άσε με ρε Αντρέα με τα λεφτά του εισιτηρίου. Σιγά το ποσό. Δεν είναι αυτό το θέμα. Εγώ θέλω να έρθεις μαζί μου για παρέα. Τα εισιτήρια τα πληρώνω εγώ. Θέλω να γνωρίσεις την Ελένη. Ξέρεις;

- Κατάλαβα, το αίσθημα. Θα έρθω με την προϋπόθεση, όμως, ότι θα ακολουθήσει ταβέρνα μετά πολλών ζωικών λιπαρών μετά το τέλος της κουλτούρας που θα δούμε.

- Έκλεισε. Αύριο στις 9 έξω από τη Λυρική. Και μετά κατηφορίζουμε για Φάληρο.

- Εγώ θα αναμένω το φαληριώτικο κουτούκι. Με τη σκέψη αυτή μπορώ να αντέξω τα πάντα.  Ακόμα και τα κουνήματα του ομογενή.

- Δεν μου λες ρε μπάτσε, σκοπεύεις να γίνεις γλόμπος;

- Τι εννοείς, απάντησε απότομα ο Σεβαστιανός.

- Το μαλλί σου έχει γίνει σαν διαλυμένη διαδήλωση.

- Κάτι θα ξέρεις περισσότερο εσύ από διαλυμένες διαδηλώσεις οπορτουνιστικών κομματίσκων. Ξέρεις απ’ αυτούς που την βολεύουν σε κάποια φάση τη ζωής τους και σας εγκαταλείπουν με τα πλακάτ ανά χείρας σε κάποια διαλυμένη διαδήλωση αμετανόητων κομματικών.

- Ξέρεις και τον οπορτουνισμό; είπε γελώντας ο Κωστής βγάζοντας την ποδιά του αφού ο βοηθός του έμπαινε εκείνη τη στιγμή στο καφενείο και θα αναλάμβανε τις παραγγελίες.

- Τον έμαθα από τις φυλλάδες. Ίσως, λοιπόν, και οι τρίχες των μαλλιών μου να είναι οπορτουνιστικές. Με την πρώτη ευκαιρία με εγκαταλείπουν. Θα τα πούμε αύριο το βράδυ. Καλά αποτελέσματα στις εξετάσεις Κωστή. 

Ο Γιωργάκης γέλασε και κοίταξε τα αραιά μαλλιά του Σεβαστιανού.

- Γιατί γελάς Γιωργάκη, είπε αυστηρά ο Σεβαστιανός κόβοντας του το γέλιο.

- Τίποτα, μού άρεσε το αστείο σας. Δεν ήθελα…, τραύλισε με δυσκολία ο Γιωργάκης, ο οποίος όντας παιδί επαρχίας είχε μάθει από τους γονείς του να φοβάται και να σέβεται τους «χωροφύλακες» και τη μετεξέλιξη όλων αυτών.

- Μην το φοβίζεις ρε το παιδί, γέλασε ο Κωστής.

- Φοβάσαι εύκολα αγόρι μου; Στείλ’ τον μου για καμιά βδομάδα απέναντι. Ξέρω κάτι ισοβίτες που θα τον βοηθήσουν να ξεπεράσει τις φοβίες του μέσα σε κάτι χλιδάτα κελιά.  Θα σου φύγουν Γιωργάκη όλες οι φοβίες, είπε κλείνοντας του το μάτι. Καλή συνέχεια.

Τειρεσίας Λυγερός: "Η Μαύρη Κάντιλακ": Το αστυνομικό μυθιστόρημα που αλλάζει όσα ξέρουμε γύρω από το έγκλημα

Ο Σεβαστιανός πέρασε το δρόμο και μπήκε στο αστυνομικό τμήμα. Ο φρουρός τεντώθηκε τόσο πολύ με το που τον είδε που παραλίγο να φύγει από τα παπούτσια του. Χαιρέτισε τον ανώτερο του και ξεφύσησε από ανακούφιση. Όλοι ήξεραν ότι κάτι τέτοιες τυπικότητες άρεσαν στον αστυνόμο. Αυτός ήταν και ένας από τους πολλούς λόγους που δεν τον χώνευε κανείς. Και πράγματι είχαν πολλούς λόγους.

Στα μουλωχτά τον φώναζαν «Δυσκοίλιο» και απέφευγαν κάθε επικοινωνία μαζί του πέρα από την απαραίτητη επαγγελματική. Ο Σεβαστιανός το ήξερε ότι τον φοβόντουσαν και το απολάμβανε. Με την πρώτη ευκαιρία τους έστηνε σούζα και τότε ένα τεράστιο χαμόγελο αχνοφαινόταν στα πράσινα και παιχνιδιάρικα μάτια του. Αν τον παρατηρούσε κάποιος καλά στα μάτια θα έβλεπε ένα παιδί κρυμμένο μέσα στην ίριδα έτοιμο να γελάσει με την πρώτη ευκαιρία. Μόνο που ο ίδιος ήξερε να το κρύβει καλά αυτό το παιδί. Αυτό το παιδί που είχε αγαπήσει η πρώην σύζυγος του και που βαρέθηκε να το περιμένει να εμφανιστεί τις λιγοστές φορές που του επέτρεπε ο μπάτσος της ψυχής του. Αυτός που του επέβαλαν κι ας μην το ήξερε ούτε ο ίδιος.

-3-

Ο αστυνόμος κατέβαινε τη Σόλωνος έχοντας στο μυαλό του την αναφορά του ιατροδικαστή: «Δεκαεφτά μαχαιριές σε όλο το σώμα, δείγμα της μανίας που πρέπει να κατέλαβε τον θύτη. Κάποιες εξ αυτών επιδερμικές». Ήταν από τα φρικτότερα εγκλήματα που είχε αναλάβει για την εξιχνίαση του. Περπατούσε αναλογιζόμενος την αρρωστημένη μανία ορισμένων ανθρώπων και ψάχνοντας για το καφέ «Πέννα» ή « Βλέννα» - όπως του είπε ο νεαρός ποιητής με μεγάλη δόση χολεριασμένου λόγου- που βρισκόταν χωμένο ανάμεσα  στα βιβλιοπωλεία με τις ελαφρά φωτισμένες βιτρίνες και τις νέες εκδόσεις των μεγάλων εκδοτών οι οποίες προβάλλονταν μετά από μια συμφεροντολογική σταχυολόγηση ανάλογα με το όνομα και την πλουτοπαραγωγική αξία του εκάστοτε εκδότη και όχι σύμφωνα με την αξία του βιβλίου.  Τρείς – τέσσερις εκδοτικοί οίκοι γέμιζαν τις βιτρίνες και τους μεγάλους πάγκους των βιβλιοπωλείων με τα ίδια έξι- εφτά  ονόματα να ποζάρουν αυτιστικά μέσα από τους βαρύγδουπους και ψαγμένους τίτλους τους. Είναι η εποχή των ονομάτων και όχι της γραφής.

Η εποχή των μεγάλων διανοητών μιας καθεστηκυίας τάξης δημοσιοσχεσιτών  που τα βόλευαν μια χαρά με τους εμπόρους της γραφής και τους άμεμπτους κριτικούς που αφού είχαν ξεροσταλιάσει για χρόνια με τα δικά τους κακογραμμένα κείμενα ανά χείρας κατάλαβαν ότι με το ανύπαρκτο ταλέντο τους χαΐρι δεν πρόκειται να βρουν στην χώρα μας παρά μόνο ως πεφταστέρια και αποφάσισαν να χαντακώσουν κάθε καινούρια προσπάθεια προωθώντας τους μέτριους και τους ατάλαντους - δείγμα του δικού τους σιναφιού- κερδοσκοπώντας από τους εκδότες που οι πλείστοι σαν γνήσιες τσατσάδες τους είχαν προσλάβει ως λεκανατζούδες να αλλάζουν τα λερά σεντόνια των μπουρδέλων- εκδοτικών οίκων και να δίνουν τις σφραγισμένες καπότες για την επόμενη στείρα εγκεφαλική εκτόνωση που δεν θα μπορούσε να τεκνοποιήσει κανένα πνευματικό παιδί παρά μόνο κάτι τερατουργήματα απόγονους του Τσερνομπίλ της νοσούσας  κοινωνίας μας.

Ανάμεσα σε ένα μαγαζί που εκτύπωνε πιασάρικα σλόγκαν σε φανέλες μίας χρήσης και σε ένα βιβλιοπωλείο βρισκόταν χωμένη η « Πέννα». Ο Σεβαστιανός έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Μια μυρωδιά από κακής ποιότητας καπνό του ήρθε στη μύτη αναμεμειγμένη με τη μυρωδιά του καφέ.

Τα μπροστινά τραπεζάκια ήταν άδεια. Στο βάθος της μικρής αίθουσας είχε στηθεί ένα υποτυπώδες βάθρο πάνω στο οποίο βρίσκονταν καθήμενοι ένας μεσήλικας που ξέχασε να χτενιστεί τις τελευταίες πέντε δεκαετίες της ζωής του και που ανέδιδε μια μπόχα ιδρώτα και αποτυχίας ξεγραμμένων εφηβικών ονείρων κρατώντας ένα βιβλίο στο χέρι, μια μεγαλοκοπέλα με τραβηγμένα βίαια τα μαλλιά της σε κοτσίδα ντυμένη στα μαύρα σαν χήρα που φρεσκόθαψε τον αγαπημένο- μα πολυκερατωμένο- σύζυγο της και που τα τελευταία χρόνια ξέμεινε χωρίς επιβήτορα και αρκείται σε εγκεφαλικές εκτονώσεις αναμένοντας τον επόμενο φέρελπι ποιητή που θα θυσιάσει κάποια σπερματοζωάρια στο πλαστικό σκουφάκι για χάρη της και ένας γενειοφόρος τύπος γύρω στα τριάντα του οποίου το μουστάκι ξέχασε να φυτρώσει πάνω από τα χείλη.

Γύρω τους καμιά δεκαριά κουλτουριάρηδες φοιτητές και φοιτήτριες κοιτούσαν αποσβολωμένοι τα βαθυστόχαστα σαν βαθύ -μα ξερό - πηγάδι λόγια του μεσήλικα. Δεν τους ένοιαζε η αποτυχία του αφού οι πλείστοι απ’ αυτούς θα εξελίσσονταν σε αποτυχημένους πενηντάρηδες άλλοι με μια προεξέχουσα μπάκα και μια χοντροκώλα γυναίκα που θα έφτιαχνε παστίτσιο για το φαντάρο γιο τους και άλλοι θα εξακολουθούσαν να τριγυρνούν πέριξ των Εξαρχείων  με ύφος ευνουχισμένου Τρότσκι που ξέχασε να μπει στη φορμόλη και άρχισε να ζέχνει πτωμαΐνη.

- Ας αφήσουμε την ποίηση να μιλήσει για εμάς. Εμείς τι είμαστε άλλωστε; Απλοί αναγνώστες που προσπαθούμε να αφουγκραστούμε τους παλμούς και τους νοητικούς καλπασμούς της νόησης.

«Πόσο θα ήθελε να νιώσει νεανικούς και φερέλπιδες καλπασμούς στο κρεβάτι της η μεγαλοκοπέλα δίπλα σου», σκέφτηκε ο Σεβαστιανός που καθόταν σε ένα σκαμπό στο μπαρ του καφέ. Τότε συνειδητοποίησε ότι είχε καιρό να εκτονώσει τις ορμές του, γεγονός που τον έκανε να καλοβλέπει ακόμα και τις κουλτουριάρες των βιβλιοκαφέ που βρίσκονταν γύρω από τα Εξάρχεια. Θυμήθηκε την πρώην γυναίκα του. Θα ήθελε να την πάρει ένα τηλέφωνο αλλά δεν τολμούσε. Τι να της πει άλλωστε; «Έλα να γαμηθούμε και μετά να συνεχίσουμε κανονικά τις ζωές μας, λες και δεν συνέβη τίποτα»; Αυτά δεν ήταν γι’ αυτόν και για τη γενιά του.

«Οι νέοι είναι πιο τυχεροί από μας. Εμείς ξεροσταλιάζαμε έξω από τα μπουρδέλα για καμιά πεντάλεπτη ικανοποίηση ενώ τώρα τους το δίνουν στο πιάτο και αυτοί προτιμούν να λερώνουν το πληκτρολόγιο του υπολογιστή τους μπροστά από τα παραφουσκωμένα βυζιά της πρώτης πορνοστάρ με τη ξεχειλωμένη γενετήσια τρύπα».

- Και μετά ο ουρανός σκοτείνιασε, είπε με στόμφο ο νεαρός - μα χωρίς μουστάκι- γενειοφόρος βγάζοντας τον αστυνόμο από τις σκέψεις του.

- Τι θα θέλατε, άκουσε τη φωνή του μπάρμαν.

-Μια μπύρα. Και ένα ποτήρι νερό σε παρακαλώ.

- Αμέσως.

Η απαγγελία συνεχιζόταν και τα παρατεταμένα χειροκροτήματα ακολουθούσαν την προσποιημένα βραχνή - λες και έπασχε από χρόνια φαρυγγίτιδα- φωνή του αμούστακου γενειοφόρου.

-Η μπύρα σας.

- Ευχαριστώ πολύ. Δεν μού λες τι έχουμε εδώ; είπε δείχνοντας τις τρείς εξαρχειώτικες μοίρες της ποίησης και προσποιούμενος ότι τον ενδιέφερε.

- Είναι η παρουσίαση της ποιητικής δουλειάς του Γιάννη Σμίλη, αναφώνησε με περισσή υπερηφάνεια ο μπάρμαν. Φαντάζομαι τον ξέρετε τον Σμίλη, είπε με μεγάλη σιγουριά.

«Ναι τον ξέρω. Οι κακές γλώσσες λένε ότι πηδούσε φτασμένους ποιητές οι οποίοι μετά έκανα κωλονοσκόπηση με αφρικανικό βέλος», σκέφτηκε ο Σεβαστιανός.

- Ακουστά, απάντησε πίνοντας μια γουλιά από τη ζεστή μπύρα του.

- Μόλις τελειώσει η ομιλία θα αρχίσει να πωλείται και το τελευταίο του βιβλίο, είπε δείχνοντας του ένα πάγκο στον απέναντι τοίχο κάτω από μια ζωγραφική μπούρδα που οι ψαγμένοι και υποψιασμένοι καλλιτέχνες- επαναστάτες την ονόμαζαν έργο τέχνης και που για το Σεβαστιανό έμοιαζε σαν καμβάς στον οποίο ξέρασαν επάνω τριάντα πιωμένοι και συφιλιασμένοι ναύτες ενώ ταυτόχρονα κάποιος πήρε μια σκατωμένη πάνα και την έτριψε- γνήσια τεχνική σφουμάτο-  πατικώνοντας τον εμετό και αναμιγνύοντας τον με το προϊόν της βρεφικής κένωσης.

- Σας μάγεψε ο πίνακας ε;

- Μέσ’ στο  μυαλό μου είσαι, χαμογέλασε ο Σεβαστιανός.

- Τον έφτιαξε η σκηνοθέτιδα που μιλάει για το βιβλίο του Σμίλη, είπε δείχνοντας με το κεφάλι του τη μαυροντυμένη μεγαλοκοπέλα.

- Πολυτάλαντη, είπε με μια δόση ειρωνείας ο Σεβαστιανός κάτι που δεν κατάλαβε ο φιλότεχνος μπάρμαν.

- Σπουδαία προσωπικότητα. Έχει σκηνοθετήσει πολύ σημαντικά έργα αλλά με μια δική της οπτική γωνία.

- Αλήθεια;

- Και να φανταστείτε ότι δεν καταδέχεται να πάει σε μεγάλα θέατρα. Ό, τι κάνει το κάνει για την τέχνη.

- Της είχαν προτείνει και αρνήθηκε;

- Αυτό δεν το ξέρω αλλά πιστεύω ότι σίγουρα θα την είχαν προσεγγίσει. Δίνει μια άλλη χροιά στο θέατρο του παραλόγου. Ξέρετε Πίντερ, Ιονέσκο, Μπέκετ, αράδιαζε ένα- ένα τα ονόματα στο Σεβαστιανό λες και επρόκειτο για τους γείτονες του που έπαιζαν μαζί στην αλάνα και στην εφηβεία χαμούρωναν την ίδια αρβιλοφορούσα και άπλυτη γκόμενα με κολπική μυκητίαση. Στο Σεβαστιανό όλα αυτά τα ονόματα ακουγόντουσαν σαν ονόματα παράνομων μεταναστών που ψάχνουν την άδεια παραμονής στο βούρκο των ονείρων που λέγεται Ελλάδα.

Αισθανόταν σαν μπάτσος στο «Αλλοδαπών» έτοιμος να επικυρώσει ή όχι την κάρτα της αξιοπρέπειας σε δύσμοιρους ανθρώπους που δεν είχαν την πολυτέλεια να γεννηθούν στην Ευρώπη των μαραμένων και άκαυλων τεχνοκρατών με τα καλοραμμένα κοστούμια και ζητούσαν να σφραγιστούν με τον κρατικό αριθμό- γνήσιο οικολογικό μελάνι σαν κι αυτό με το οποίο σφραγίζουν τα αμνοερίφια το Πάσχα αποδεικνύοντας την ποιότητα του κρέατος τους- προκειμένου να μπορούν έστω να διεκδικήσουν λίγα γραμμάρια ελπίδας σε μια χώρα βόρβορο και σε μια ήπειρο προ πολλού γερασμένη πνευματικά και ηθικά.

- Πολύ ωραία ακούγονται όλα αυτά. Δεν μου λες, πότε τελειώνει όλο αυτό;

- Σε μερικά λεπτά, απάντησε θιγμένος ο νεαρός μπάρμαν από τον τόνο και την πεζότητα του λόγου του συνομιλητή του.

- Ωραία. Θα περιμένω.

Ο μπάρμαν συνέχισε τη δουλειά του και ο Σεβαστιανός κοιτούσε κάθε τρεις και λίγο το απέναντι ρολόι-αντίκα. Μετά από την απαγγελία ακολούθησαν τα παρατεταμένα χειροκροτήματα και οι θαμώνες άρχισαν δειλά- δειλά να πλησιάζουν τον πάγκο με το βιβλίο του ποιητή. Προσέγγιζαν τον πάγκο σαν τους προσκυνητές τον δεκαπενταύγουστο στο μοναστήρι της Παναγίας στην Τήνο έτοιμοι να γίνουν μάρτυρες στο επόμενο θαύμα κατά τας γραφάς.

Ο Σμίλης με ύφος ιλουστρασιόν εξωφύλλου μηνιαίας φυλλάδας υπέγραφε τα αντίτυπα των βιβλίων και ποζάριζε μπροστά στις οθόνες των κινητών που μας αράδιαζαν τα τεχνολογικά φρικιά με τα σχιστά μάτια και τους μικρούς- σύμφωνα με έρευνες- φαλλούς. Σύμφωνα με το Σεβαστιανό, όλοι αυτοί οι σχιστομάτιδες λόγω του ότι δεν είχαν κάτι να γεμίσουν το χέρι τους για μια αξιοπρεπή πεοταλάντευση αποφάσισαν να κάνουν και όλες τις άλλες ηπείρους εξαρτημένες από τεχνολογικά ευρήματα προκειμένου να μαραίνονται τα γενετήσια μόρια αφημένα και άχρηστα μέσα στα στενά τζίν με τις πολλαπλές – σαν κεφαλογραβιέρας - τρύπες.

Μετά από μισή ώρα οι κουλτουριάρηδες αναγνώστες άρχισαν να σκορπίζουν προς την πλατεία των Εξαρχείων και στους γύρω δρόμους. Ο Σμίλης κάθισε σε ένα τραπεζάκι παρέα με τον μεσήλικα αποτυχημένο και την ξελιγωμένη μα σπουδαία σκηνοθέτιδα. Ο Σεβαστιανός ήπιε την τελευταία γουλιά από την μπύρα του και κατευθύνθηκε προς το μέρος των έντεχνων προσωπικοτήτων.

- Καλησπέρα. Ο κύριος Σμίλης;

- Ο ίδιος, απάντησε ο ποιητής με ύφος βαριεστημένο από τα φώτα της δημοσιότητας και μπουχτισμένος πια από τον τόσο θαυμασμό των συνανθρώπων του.

- Θα ήθελα να μιλήσουμε.

- Παρακαλώ.

- Θα προτιμούσα μόνοι μας, είπε κοιτάζοντας τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους. Θα μπορούσαμε να πάμε σε ένα άλλο τραπεζάκι. Δεν θα σας απασχολήσω για πολύ.

- Τι να κάνουμε, είπε ξεφυσώντας ο Σμίλης κουρασμένος από το βάρος της τέχνης του που δεν τον άφηνε να ξαποστάσει ούτε για μια στιγμή.

Ο Σεβαστιανός και ο Σμίλης κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλο σε ένα γωνιακό τραπεζάκι δίπλα από τον πάγκο με τα βιβλία.

- Λοιπόν, σας ακούω;

- Είμαι ο αστυνόμος Αντρέας Σεβαστιανός. Φαντάζομαι θα διαβάσατε ή θα ακούσατε για το φόνο του Αγαμέμνονα Αποστόλου.

- Δυστυχώς τα άσχημα νέα μαθαίνονται νωρίς. Ο αγαπημένος μου ποιητής άφησε τεράστιο κενό πίσω του.

«Έφυγε, όμως, με γεμάτο το κενό του κώλου του», σκέφτηκε ο αστυνόμος και χαμογέλασε.

- Η δολοφονία του είναι από τις πιο φρικτές που έχω δεί στην καριέρα μου. Ξέρετε ποιος μπορεί να είχε λόγους να θέλει να τον βγάλει από τη μέση;

- Που να ξέρω εγώ; Ο Αγαμέμνονας ήταν ένας πολύ αξιόλογος και πράος άνθρωπος. Δεν πείραξε ποτέ του κανένα. Ίσα- ίσα που βοήθησε πολλούς από εμάς τους νέους ποιητές.

- Εγώ άκουσα ότι δεν τον χώνευαν και πολλοί από το σινάφι σας.

- Λόγια μετριοτήτων. Μην πιστεύετε σε κακεντρεχείς και ατάλαντους. Αυτοί ρίχνουν χολή ασύστολα σε κάθε πετυχημένο. Θέλουν να μειώσουν την επιτυχία του για να νιώσουν κι αυτοί αξιόλογοι.

- Εσείς τι σχέσεις είχατε μαζί του;

- Δεν σας καταλαβαίνω; απάντησε ελαφρά θιγμένος.

- Εννοώ πόσο καλά τον ξέρατε;

- Πολύ καλά. Ήταν ο μέντορας μου. Χρωστάω πολλά σ’ αυτόν.

«Και όχι στο ταλέντο σου», σκέφτηκε ο αστυνόμος και χαμογέλασε με το γεγονός ότι ο άλλος δεν μπορούσε να διαβάσει τις σκέψεις του.

- Πότε ήταν η τελευταία φορά που τον είδατε;

- Χθες το μεσημέρι. Γύρω στις δύο. Είχαμε βρεθεί εδώ για έναν καφέ. Ήθελε να με συγχαρεί, είπε βέβαιος ότι ο αστυνόμος θα ήξερε το λόγο των συγχαρητηρίων.

- Για ποιο λόγο;

- Μα για το κρατικό βραβείο μου ως καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής. Γράφτηκε και στις εφημερίδες.

- Δεν ασχολούμαι με τα καλλιτεχνικά. Το θεωρώ χάσιμο χρόνου, είπε κοιτώντας τον στα μάτια. Ο Σμίλης άφησε ένα μειδίαμα να διαγραφεί στα χείλη του με σκοπό να μειώσει τον αστυνόμο για την πεζότητα του. Πόση ώρα μείνατε μαζί;

- Καμιά ώρα, δεν θυμάμαι. Πάντως στις τέσσερις ήμουνα σπίτι μου. Μένω εδώ πιο πάνω στην Πλατεία των Εξαρχείων.

- Το θύμα σας είχε αναφέρει καθόλου για τυχόν απειλές που δεχόταν ή σας φάνηκε καθόλου φοβισμένος όταν βρεθήκατε;

- Δεν νομίζω ότι τον απειλούσε κανείς. Τι λόγους θα είχε άλλωστε; Μάλιστα χθες ήταν πολύ χαρούμενος όπως μού είπε. Θα συναντούσε κάποιον που είχε χρόνια να τον δει. Ήταν ενθουσιασμένος με τη συνάντηση που θα είχαν.

- Σας είπε ποιος ήταν;

- Όχι και το θεώρησα αγένεια να τον ρωτήσω. Αν ήθελε θα μού έλεγε. Δεν επενέβαινα στη ζωή του ούτε στις σχέσεις του.

- Τι ώρα ήταν το ραντεβού του;

- Κύριε αστυνόμε, δεν είμαι μπάτσος για να ανακρίνω τους φίλους μου. Απλά μού είπε κάτι και τέλειωσε εκεί η κουβέντα. Ούτε ποιος ή ποια ήταν, ούτε τι ώρα θα βρισκόντουσαν. Απλά μού είπε ότι θα ερχόταν ένας φίλος από τα παλιά στο σπίτι του. Κάποιος του καλλιτεχνικού χώρου, απάντησε ελαφρά θυμωμένος ο Σμίλης γεγονός που εκνεύρισε το Σεβαστιανό.

- Ψες το βράδυ που ήσαστε;

Τειρεσίας Λυγερός: "Η Μαύρη Κάντιλακ": Το αστυνομικό μυθιστόρημα που αλλάζει όσα ξέρουμε γύρω από το έγκλημα

- Παρουσίαζα το βιβλίο μου δίνοντας διάλεξη σε ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής. Μπορώ να σας δώσω και το τηλέφωνο του δασκάλου. 

- Δεν χρειάζεται. Δεν έχω άλλες ερωτήσεις. Μπορείτε να επιστρέψετε στην παρέα σας. Μόνο που θα ήθελα να μου τηλεφωνήσετε σε περίπτωση που θυμηθείτε κάτι άλλο, είπε και του έδωσε την κάρτα του.

- Βγάζουν και οι αστυνόμοι επαγγελματικές κάρτες;  ρώτησε ειρωνικά ο Σμίλης.

- Εδώ βγάζουν οι συγγραφείς και οι ποιητές και αυτοαποκαλούνται επαγγελματίες γραφιάδες εμείς δεν θα βγάζαμε. Εσείς αλήθεια τι επαγγέλλεσθε;

- Συγγραφέας, είπε με ύφος Καρδινάλιου ο ποιητής.

- Και πως ζείτε; Φαντάζομαι με κανένα ακίνητο από τον μπαμπά ο οποίος κάθε μήνα σας καταθέτει και ένα σημαντικό μηνιαίο ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό για να μπορείτε εσείς να αραδιάζετε τις αράδες σας στο φιλοθεάμων κοινό χωρίς άγχος και να επικαλείστε την ιδιότητα του συγγραφέα ή του ποιητή ανάλογα με το πώς σας κάνει κέφι.

- Η τέχνη ξέρετε θέλει αφοσίωση. Και δεν σας επιτρέπω…

- Δεν ξέρω αν θέλει αφοσίωση πάντως ξέρω ότι έχει γεμίσει με κάτι ανεπρόκοπους χαραμοφάηδες με τζάμπα λεφτά  που δεν έχουν ιδέα από το τι σημαίνει μόχθος. Και δεν σού επιτρέπω να μού επιτρέπεις. Αυτά στις αγάμητες και στις αδελφές που συναναστρέφεσαι. Άντε για να μην σε πάρω σηκωτό στο τμήμα. Χάρη σού έκανα που ήρθα μέχρι εδώ.

Οι τελευταίες φράσεις ειπώθηκαν σε υψηλούς τόνους γεγονός που έκανε τους λιγοστούς θαμώνες να γυρίσουν προς το μέρος τους. Ο Σεβαστιανός κατάλαβε ότι τα βλέμματα των γύρω αργόσχολων τον κάρφωναν σαν ξυράφια. Η λέξη «τμήμα» τόνισε και την ιδιότητα του.  Σηκώθηκε από την καρέκλα του αφήνοντας τελευταία τη χαριστική βολή.

- Δεν μου λες, τον πηδούσες μόνο το μακαρίτη ή έστηνες και κώλο; Ξέρεις για να μπορείς μετά να δέχεσαι τα συχαρίκια του πρωτοεμφανιζόμενου  επιβήτορα- ποιητή.

Ο Σμίλης δεν απάντησε. Σηκώθηκε από την καρέκλα του, πέταξε την κάρτα του αστυνόμου στο τραπέζι και γύρισε στην παρέα του. Ο Σεβαστιανός πήγε στο μπαρ και ζήτησε να πληρώσει.

- Πέντε ευρώ, είπε ο μπάρμαν.

- Ορίστε, είπε ο αστυνόμος πετώντας το χαρτονόμισμα στον πάγκο.

- Ευχαριστώ πολύ, καλή συνέχεια.

- Κάτι ξέχασες;

- Τι;

- Απόδειξη. Ή μήπως η ταμειακή σας τα έχει φτύσει με όλες αυτές τις μαλακίες που ακούει εδώ μέσα;

Ο μπάρμαν χωρίς να μιλήσει επέστρεψε αμέσως με την απόδειξη στο χέρι.

- Έτσι για τους τύπους, είπε ο Σεβαστιανός και βγήκε από το καφέ σαν το Νέρωνα που αφού πυρπόλησε τη Ρώμη ζήτησε και την απόδειξη για τη βενζίνη που χρησιμοποίησε προκειμένου να την εντάξει στη φορολογική του δήλωση.

Ανηφόριζε προς το Σύνταγμα σκεφτόμενος ότι αυτή η υπόθεση δεν επρόκειτο να τελειώσει γρήγορα. «Ο δολοφόνος ήταν μάλλον αυτός με τον οποίο είχε ραντεβού το μοιραίο βράδυ. Αλλά άντε βρες τον μέσα σε αυτό το στρόβιλο από συγγραφείς, βραβευμένους ποιητές, ποιήτριες με μισοξυρισμένο κεφάλι και πικρόχολους γραφιάδες. Ποιος να ήταν άραγε αυτός ο φίλος από τα παλιά», αναλογιζόταν ο Σεβαστιανός. «Μόνη λύση να επιστρέψω στον τόπο του εγκλήματος, αφού δεν πάει ο δολοφόνος θα πάνε οι μπάτσοι», σκεφτόταν όταν από μακριά είδε το αυτοκίνητο του και ένα τροχονόμο να στέκει δίπλα από αυτό. Άνοιξε το βήμα και τον έπιασε επ’ αυτοφώρω την ώρα που ετοιμαζόταν να του αφήσει μιαν περιποιημένη κλήση.

- Δεν χρειάζεται να με γράψεις νομίζω.

- Και γιατί; Παρανομήσατε. Εμποδίζετε την κυκλοφορία. Ξέρετε ότι κάτι τύποι σαν εσάς προκαλούν προβλήματα στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας.

- Βλέπω ότι έπεσα σε ευσυνείδητο.

- Πως; Ειρωνεύεστε;

- Αστυνόμος Σεβαστιανός, είπε και του έδειξε την αστυνομική ταυτότητα αφήνοντας τον άναυδο. Πράγμα που το απολάμβανε από έναν κληρονομικό κομπλεξισμό που τον διακατείχε. Αν μπορούσε θα ζήταγε τσιγάρα από τα περίπτερα προτάσσοντας την ταυτότητα του και αναφωνώντας αστυνομία. Κατάλοιπα του οικογενειακού του παρελθόντος από τα οποία ποτέ δεν θέλησε να απαγκιστρωθεί ή ίσως να μην τα κατάφερε.

Αμέσως ο τροχονόμος άφησε το μπλοκάκι και έγινε μια κάθετη ευθεία με το χέρι – σαν ανοιχτή βεντάλια- να ακουμπά στο πηλίκιο.

- Είμαι εδώ για υπηρεσιακούς λόγους. Σκίσε την κλήση να τελειώνουμε.

- Μάλιστα αστυνόμε. Δεν είχα σκοπό… αν ήξερα ότι ήσαστε εσείς…

- Δεν πειράζει. Ούτως ή άλλως δεν είσαι υπόχρεος να γνωρίζεις τα αυτοκίνητα όλων των ένστολων. Πως σε λένε;

- Τηλέμαχο. Τηλέμαχο Φωκά.

- Τηλέμαχε. Θα αφήσω εδώ το αμάξι μου και φρόντισε να μην έχουμε παρατράγουδα με κανένα συνάδελφό σου. Δεν είναι ότι δεν μού αρέσουν τα περιπολικά αλλά ξέρεις όταν πλησιάζουν στα Εξάρχεια γίνονται πασχαλιάτικες λαμπάδες. Κι εγώ δεν τα πάω καλά με τα θαύματα.

Ο τροχονόμος γέλασε αλλά το ύφος του Σεβαστιανού τον επανέφερε στην τάξη.

- Λοιπόν Τηλέμαχε, θα σημειώσω τον αριθμό και το όνομα σου και θα ειδοποιήσω τον ανώτερο σου για το πόσο ευσυνείδητος είσαι. Συνήθως οι συνάδελφοι σου αράζουν σε καμιά γωνιά και κατεβάζουν λίτρα καφεΐνης με το απαραίτητο ταμπακάκι αντί να κάνουν τη δουλειά τους. Και απ’ ότι βλέπω πολλοί θα χάσουν απόψε τον ύπνο τους από τις κλήσεις σου.  

Ο Τηλέμαχος δεν απάντησε. Χαιρέτισε τον αστυνόμο που απομακρυνόταν προς το τέρμα της Ασκληπιού για την πολυκατοικία του ερωτιάρη και δολοφονημένου ποιητή.

-4-

Ασθμαίνοντας αλλά με τη γραβάτα πάντα δεμένη- δείγμα κι αυτή φαλλικής εξουσίας και στενοκεφαλιάς-  έφτασε στην πολυκατοικία όπου διέμενε ο δολοφονημένος ποιητής. Ακούμπησε το χέρι δίπλα στο θυροτηλέφωνο και πήρε βαθιές ανάσες.  Σκούπισε το μέτωπο του με το χέρι του και κοίταξε το πρόσωπο του μέσα από το γυαλί της εισόδου. «Πάει, χρειάζεσαι σύνταξη Αντρίκο», σιγοψιθύρισε και ανακάτεψε τα μαλλιά του. Έψαξε το όνομα της διαχειρίστριας που τους είχε καλέσει το προηγούμενο βράδυ. Πάτησε το κουδούνι με το όνομα Μαρία Λώλου και περίμενε βαριανασαίνοντας.

- Παρακαλώ; Ποιος είναι; ακούστηκε σαν συριγμός η φωνή της ηλικιωμένης διαχειρίστριας.

- Αστυνόμος Σεβαστιανός. Θα μπορούσα να σας ρωτήσω μερικά πράγματα για το φόνο του Αποστόλου.

- Περάστε στον τρίτο, είπε και ταυτόχρονα ακούστηκε ο διαπεραστικός ήχος δείγμα ότι η είσοδος ήταν ελεύθερη.

Ο Σεβαστιανός πλησίασε στον ανελκυστήρα όπου μια ανακοίνωση έγραφε «Εκτός λειτουργίας». Αυτό ήταν το αποκορύφωμα για το ήδη βεβαρημένο- εκ του φυσικού του αλλά και από το μισάωρο περπάτημα- νευρικό του σύστημα. Κατέβασε κάμποσα καντήλια, έντυσε με πολλά διακοσμητικά επίθετα θεούς και δαίμονες, βλαστήμησε τη διαχειρίστρια που δεν έφτιαξε το σαράβαλο και έριξε μια κλωτσιά στην πόρτα του ανελκυστήρα αφήνοντας ένα λαφρύ γδάρσιμο στην γκρίζα και φθαρμένη πόρτα.

- Γαμώ την τύχη μου βραδιάτικα με τον πούστη που παλούκωσαν, είπε ανάμεσα στα δόντια.

Ανέβηκε μέχρι τον τρίτο με αρκετές στάσεις αλλά με τη γραβάτα πάντα δεμένη σε πολύ υψηλού επιπέδου κόμπο. Φτάνοντας στον τρίτο είδε την διαχειρίστρια να τον περιμένει.

- Τα κατάφερες αστυνόμε; Χάλασε το ρημάδι σήμερα το πρωί. Υποψιάζομαι ότι ο φοιτητής του τετάρτου μετέφερε κάτι έπιπλα χθες το βράδυ και τον χάλασε.

«Το κωλόπαιδο. Βρωμόξυλο που το θέλει. Να του βγάλω τα νύχια με την τανάλια να δω πως θα κουβαλά έπιπλα βραδιάτικα χαλώντας τους ανελκυστήρες και ταλαιπωρώντας μας», σκέφτηκε ο Σεβαστιανός.

- Δεν πειράζει Κυρά Μαρία, είπε και της έδωσε το χέρι του.

- Πέρασε μέσα.

Το σπίτι της κυρίας Μαρίας ήταν ένα παλιομοδίτικο τριάρι με δεκάδες κινέζικες πορσελάνες που ανέδιδε μια μπόχα μαυσωλείου περασμένου αιώνα και έζεχνε κακόγουστη μικροαστίλλα μιας γυναίκας που ήταν χρόνια χήρα και ζούσε αραχνιασμένη με την πενιχρή σύνταξη του άντρα της ο οποίος το πιο πιθανό να ήταν δάσκαλος ή χαμηλόβαθμος δημόσιος υπάλληλος τύπου δημοσιοϋπαλληλίσκων ρωσικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα.

Στους τοίχους ασπρόμαυρες φωτογραφίες ανθρώπων που αποδήμησαν εις κύριο. Με το που μπήκε το μιλλένιουμ μετοίκησαν ένας- ένας σε τόπο χλοερό σε τόπο αναπαύσεως. Μοναδική επιζούσα η κυρία Μαρία που σε πείσμα των κυβερνητικών τσόγλανων και των εισαγόμενων τοκογλύφων εξακολουθούσε κάθε πρώτη του μήνα να λαμβάνει τη σύνταξη της και να τους κάθεται στο σβέρκο χρεώνοντας τους με τα τρακόσια ή – το πολύ- τετρακόσια ευρώ της ξεπεσμένης αξιοπρέπειας των ένδοξων πάλαι ποτέ μεγαλείων μιας επελθούσης ευημερίας που δεν μας έκατσε παρά μόνο μια εικοσαετία και ξεκίνησε με τον επαναστάτη του ζιβάγκο και την αεροσυνοδό του.

- Να σου φέρω κάτι να πιεις; Ένα αναψυκτικό, μια μπύρα, ένα χυμό;

- Δεν χρειάζεται, απάντησε ο Σεβαστιανός βουλιάζοντας στην πολυθρόνα απέναντι από την τηλεόραση.

- Δεν γίνεται. Να σου ψήσω έναν καφέ;

- Όχι ευχαριστώ. Ένα ποτήρι νερό είναι αρκετό.

Η κυρία Μαρία σε κλάσματα δευτερολέπτου έφερε το ποτήρι και ένα πιατάκι με μπισκότα.

- Πάρε είναι σημερινά.

- Σας ευχαριστώ πολύ, είπε ο Σεβαστιανός και άδειασε το ποτήρι με το νερό. Λοιπόν, κυρία Μαρία. Ψες μας τηλεφωνήσατε ότι βρήκατε δολοφονημένο το γείτονα σας τον κύριο Αποστόλου.

- Ναι παιδί μου. Κατά τις εννιά ανέβηκα στον πέμπτο για τα κοινόχρηστα και τον είδα σε άθλια κατάσταση. Ο χώρος ήταν γεμάτος αίματα. Δεν μπορώ να τα σκέφτομαι, είπε ανατριχιάζοντας.

- Δεν χρειάζεται να τα σκέφτεστε. Απλά πείτε μου αν είδατε κάποιον να μπαίνει στο διαμέρισμα του ή γενικά στην πολυκατοικία πριν τον βρείτε νεκρό. Δηλαδή γύρω στις εφτά- οκτώ το βράδυ.

- Να σου πω την αλήθεια είδα ένα νεαρό γύρω στα τριάντα να ανεβαίνει τις σκάλες προς τον πέμπτο. Βλέπεις δεν υπάρχει άλλος όροφος οπότε σίγουρα ανέβαινε στον πέμπτο. Είχα ανέβει στο φοιτητή να πάρω τα κοινόχρηστα και τον είδα που ανέβαινε τις σκάλες. Ο φοιτητής δεν ήταν μέσα και μόλις έστρεψα το βλέμμα μου προς τη σκάλα τον είδα να ανεβαίνει.

- Είστε σίγουρη ότι ανέβαινε στο θύμα;

- Ναι, διότι τα διαμερίσματα του κάθε ορόφου είναι τρία και στον πέμπτο τα άλλα δύο- εκτός από το σπίτι του μακαρίτη- είναι ξενοίκιαστα. Το ένα μάλιστα ανήκε στον ίδιο και σκεφτόταν να το πουλήσει. 

- Πως ήταν αυτός ο άνθρωπος;

- Ήταν μετρίου αναστήματος, πολύ λεπτός, με μαύρα ή καστανά μαλλιά. Δεν θυμάμαι. Το φως του διαδρόμου βλέπετε είναι πολύ χαμηλό.

- Τι ώρα ήταν;

- Πρέπει να ήταν γύρω στις εφτά διότι όταν επέστρεψα στο σπίτι μου κοίταξα το ρολόι μου και η ώρα ήτα εφτά και τέταρτο.

- Τον είδατε μετά να φεύγει;

- Όχι. Δεν ξαναβγήκα από το διαμέρισμα μου μέχρι την ώρα που τον βρήκα νεκρό.

- Γενικά ο Αποστόλου τι άνθρωπος ήταν; Δεχόταν συχνά επισκέψεις;

- Μην τα ψάχνεις παιδί μου. Κάθε βράδυ έφερνε και κάποιον. Όχι ότι μού πέφτει λόγος αλλά…

- Αλλά;

Τειρεσίας Λυγερός: "Η Μαύρη Κάντιλακ": Το αστυνομικό μυθιστόρημα που αλλάζει όσα ξέρουμε γύρω από το έγκλημα

- Ξέρετε, εδώ είμαστε σαν μια οικογένεια. Φιλήσυχοι άνθρωποι, με τις οικογένειες τους, τα παιδιά τους. Αυτός ήταν αλλιώτικος.

- Τι εννοείτε;

- Μάζευε κάθε καρυδιάς καρύδι. Το πρόβλημα βέβαια δεν ήταν αυτό. Ο καθένας στο σπίτι του κάνει ό, τι θέλει φτάνει να μην ενοχλεί τους άλλους.

- Αυτός πως σας ενοχλούσε ακριβώς;

- Όταν έφερνε κόσμο- κυρίως νεαρούς- ακούγονταν διάφοροι ήχοι από το διαμέρισμα του, είπε κοκκινίζοντας.

- Τι ήχοι;

- Δεν καταλαβαίνεις παιδί μου; Βογγητά και τέτοια. Υπήρχαν φορές που νόμιζα ότι σφάζανε κάποιον εκεί πάνω. Άλλες φορές πάλι μεθούσανε και χαλούσαν τον κόσμο με τις βρομοδουλειές τους. Ανώμαλοι άνθρωποι παιδί μου. Όλοι αυτοί μία κατάληξη μπορούν να έχουν, είπε η κυρία Μαρία σαν ένας ανερχόμενος κοινωνιολόγος που αναμιγνύει το κυριακάτικο κήρυγμα του παπά της ενορίας με τις κοινωνιολογικές προσεγγίσεις της καντίνας της Σορβόννης.

- Εκείνο το βράδυ ακούσατε όποιοδήποτε θόρυβο ή κραυγή;

- Τίποτα παιδί μου. Όλα ήταν ήσυχα και ήρεμα μέχρι που τον βρήκα με την περούκα και μέσα στα αίματα.

- Ωραία κυρία Μαρία. Αν θυμηθείτε κάτι άλλο παρακαλώ πάρτε με ένα τηλέφωνο, είπε και της έδωσε την κάρτα του, βέβαιος ότι δεν θα την πετάξει επιδεικτικά όπως ο βραβευμένος ποιητίσκος στο καφέ.

- Αν μάθω κάτι άλλο θα σου τηλεφωνήσω, είπε η διαχειρίστρια και άνοιξε την εξώπορτα.

- Καλό βράδυ, είπε ο Σεβαστιανός και βγήκε στο διάδρομο. Άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω του και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες βρίζοντας το φοιτητή για το σακάτεμα του ανελκυστήρα και βλαστημώντας την τύχη του και την ξεροκεφαλιά του που δεν ήρθε με το αυτοκίνητο και έπρεπε να επιστρέψει με τα πόδια μέχρι το σημείο που το άφησε. Βγήκε στον ελαφρά φωτισμένο δρόμο με τις πολλές σκοτεινές γωνιές, τους ξέχειλους κάδους των σκουπιδιών και τους γεμάτους γκράφιτι τοίχους. Ασυναίσθητα κοίταξε ψηλά προς τα μπαλκόνια των διαμερισμάτων. Γεμάτα σκιερές γωνιές αποτελούσαν αντίθεση στο βραδινό φόντο με το φεγγάρι της Αθήνας να έχει, ήδη, ανέβει ψηλά. Στο μπαλκόνι του θύματος ένας φίκος με παχιά φυλλώματα κάλυπτε το τζάμι όπου πίσω του εκτυλίχθηκε η σκηνή του φρικτού φόνου. Ο Σεβαστιανός πήρε το δρόμο της επιστροφής με τη γραβάτα του ακόμα σφιγμένη στο λαιμό του με έναν αυστηρά αξιοπρεπέστατο κόμπο.

-5-

- Πολύ ωραία παράσταση. Τι λες κι εσύ Αντρέα;

- Πολύ- πολύ τι να σου πω ενθουσιάστηκα. Μα άντρες τώρα δυο μέτρα να φοράνε κολάν; γέλασε ο Σεβαστιανός ο οποίος καθ’ όλη τη διάρκεια της χορευτικής παράστασης έριξε ένα μακάριο ύπνο πεσμένος στο κάθισμα του, σφηνωμένος ανάμεσα στα σώματα του Κωστή και της φίλης του. Μιας μεσήλικης δασκάλας του χορού που ο Κωστής καλοέβλεπε για να ξεφύγει από τη ρουτίνα του γεροντοπαλίκαρου  και να ανοίξει κι αυτός- τώρα στα γεράματα- το σπιτικό του έγγαμου βίου του. Δεν θυμόταν τίποτα από την παράσταση παρά μόνο τα πρώτα πέντε με έξι λεπτά – τραυματικά για την ψυχοσύνθεση του- και τα τελευταία λεπτά του χειροκροτήματος όπου οι φωνές ενθουσιασμού διέκοψαν βίαια τον ύπνο του. Εδώ και μερικά λεπτά στεκόντουσαν έξω από τα καμαρίνια των χορευτών- ήθελε να τους χαιρετίσει το «λουκούμι» που καλοέβλεπε ο Κωστής- με το Σεβαστιανό ήδη να βρίσκεται νοητικά στο δεύτερο κιλό παϊδάκια στο φαληριώτικο κουτούκι.

- Υπέροχος δεν ήταν Κωνσταντίνε ο Μιχάλης;

- Καταπληκτικός, Ελένη μου.

- Δεν μου λες ρε Κωστή: Ποιος είναι ο Μιχάλης; ρώτησε απορημένος ο Σεβαστιανός.

- Αγαπητέ μου Αντρέα δεν ξέρεις καν το όνομα του ομογενή μας που διοργάνωσε όλη αυτή την εκδήλωση; Ο άνθρωπος διαπρέπει στο εξωτερικό.

- Όλοι όσοι φεύγουν απ’ αυτήν τη χαβούζα που λέγεται Ελλάδα διαπρέπουν. Εμείς που μείναμε εδώ να δούμε τι θα κάνουμε.

- Εμείς γεράσαμε Αντρέα, είπε με παράπονο ο Κωστής.

- Μην το λες αυτό Κωνσταντίνε μου. Μια χαρά είσαι, είπε η Ελένη πιάνοντας το χέρι του Κωστή και κοιτώντας τον στα μάτια σε σημείο που αν η στυτική λειτουργία του Κωστή ήταν ακόμα ακμαία το παντελόνι του δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την ορμή των βρώμικων σκέψεων του.

- Δεν μου λέτε ρε παιδιά, τι περιμένουμε εδώ;

- Θα σας γνωρίσω το Μισέλ. Τον ομογενή μας και βασικό συντελεστή της παράστασης. Βρίσκεται στην Ελλάδα από προχθές και αύριο φεύγει. Πολύ θα ήθελα να τον γνωρίσει ο Κωνσταντίνος.

«Δεν μας χέζεις κι εσύ κι ο Κωνσταντίνος, που την είδε στα γεράματα τζόβενο και αποφάσισε να γαμήσει με το βιάγκρα ανά χείρας», σκεπτόταν ο Σεβαστιανός όταν είδε έναν ψιλόλιγνο, χλωμό νεαρό να πλησιάζει την Ελένη. 

- Ελένη μου τι κάνεις, είπε με ελαφρά ψυχρότητα ο χορευτής ενώ τα σκούρα και σκοτεινά μάτια του κάρφωσαν το Σεβαστιανό.

- Μιχάλη, πόσο μού έλειψες. Ήσουν υπέροχος.

- Όλα τα παιδιά ήταν υπέροχα Ελένη μου. Δουλέψαμε όλοι για έναν ιερό σκοπό.

- Ποιόν ιερό σκοπό λέει αυτός ρε Κωστή; σιγοψιθύρισε ο Σεβαστιανός στο φίλο του.

- Ρε μπάτσε, δεν είπαμε ότι απόψε η παράσταση είναι για φιλανθρωπικούς λόγους;

- Καλά στην Ελλάδα όλα για φιλανθρωπικούς λόγους γίνονται. Τώρα που πάνε τα λεφτά αυτό είναι άλλο θέμα.

- Τα λεφτά θα δοθούν για τα κακοποιημένα παιδιά Αντρέα. Η Ελένη είναι αυτή που πρότεινε το Μισέλ οπότε ξέρω από πρώτο χέρι ότι τα λεφτά δεν θα φαγωθούν.

- Κρίμα Μιχάλη μου που δεν θα τα πούμε αύριο.

- Φεύγω αύριο το μεσημέρι στις 3 και το πρωί στις 9 θα κατέβω στη μάνα μου να την δω λίγο. Δεν μπόρεσε να έρθει σήμερα. Βλέπεις η κυρά Μαρία μεγαλώνει. Το σπίτι μου, πάντως, στο Λονδίνο είναι πάντα ανοιχτό για σένα και τους φίλους σου, είπε και κοίταξε τον Κωστή. Απόδειξη ότι η Ελενίτσα είχε μιλήσει στο νεαρό - που συνήθιζε να στριμώχνεται σε κολάν για φιλανθρωπικούς λόγους- για το επερχόμενο αμόρε της.

«Κοίτα μωρέ πέραση που την έχει ο Κωνσταντίνος», σκέφτηκε ο Σεβαστιανός.

- Καλό βράδυ Ελένη μου. Πρέπει να πάω στα παιδιά μέσα, καταλαβαίνεις.

- Ναι Μιχάλη μου. Μόλις ανοίξει ο καιρός θα σού έρθω στο Λονδίνο. Ελπίζω και με παρέα, είπε και έσφιξε το μπράτσο του Κωστή.

- Μπράβο Κωστή! Κρίμα που τα φαρμακεία είναι κλειστά τέτοια ώρα. Θα μείνει με τη χαρά η Ελενίτσα, σιγοψιθύρισε ο Σεβαστιανός στο αυτί του φίλου του.

- Δεν τρώγεσαι ρε Αντρέα, απάντησε χαμηλόφωνα ο Κωστής.

- Καλό βράδυ Μιχάλη, είπε και το φίλησε στο μέτωπο, λες και ήταν φαντάρος έτοιμος να φύγει για το μέτωπο του πολέμου.

Η Ελένη τον κοιτούσε να απομακρύνεται προς τα παρασκήνια και κουνούσε το κεφάλι της με μητρική συμπόνια.

- Να ξέρατε τι έχει περάσει αυτό το παιδί στην εφηβεία του. Έφυγε, όμως, και γλύτωσε.

- Τι εννοείς, ρώτησε ο Σεβαστιανός, περισσότερο από ευγένεια χωρίς να νοιάζεται καθόλου για τα εφηβικά τραύματα του χορευτή με το κολάν.

- Φαντάζομαι ακούσατε για τη δολοφονία του Αγαμέμνονα Αποστόλου;

- Λόγω επαγγέλματος, απάντησε ο Σεβαστιανός.

- Αυτό το κάθαρμα ασελγούσε πάνω στο νεανικό του σώμα. Ο Μιχάλης ήταν εξαρτημένος ψυχικά από αυτό τον αλήτη γεγονός που τον έκανε να εξαρτηθεί και σωματικά. Καταλαβαίνεται τι εννοώ; Ο Μιχάλης αγαπούσε ανέκαθεν πολύ το χορό. Ήταν μεγάλο ταλέντο από τα παιδικά του χρόνια. Οι γονείς του τον βοηθούσαν όσο μπορούσαν. Τον έστελναν σε σχολές χορού και γενικά δαπανούσαν πολλά λεφτά για το ταλέντο του γιού τους.

Στην εφηβεία του ο Μιχάλης κατάλαβε ότι του άρεσαν άτομα του ιδίου φύλου. Εκείνη την περίοδο- πριν περίπου 15 χρόνια- μετακόμισε στην πολυκατοικία τους ο γνωστός ποιητής Αγαμέμνονας Αποστόλου ο οποίος δεν έμεινε αδιάφορος απέναντι στο καλλίγραμμο σώμα του νεαρού Μιχάλη. Κατάλαβε την σεξουαλική του ιδιαιτερότητα και άρχισε να τον προσεγγίζει. Του υποσχόταν ότι θα τον βάλει στους κύκλους της Λυρικής και των μεγάλων καλλιτεχνών. Και πράγματι ο Μιχάλης- 16 μόλις χρονών-  άρχισε να γνωρίζει πολύ κόσμο από το λεγόμενο καλλιτεχνικό χώρο. Ανάμεσα στον Αποστόλου και στον έφηβο τότε Μιχάλη αναπτύχθηκε ένας αρρωστημένος έρωτας.

Ο Αποστόλου ερωτοτροπούσε με ένα ανήλικο και ο Μιχάλης εξαρτιόταν ψυχικά και νοητικά απ’ αυτόν. Ήταν ο μέντορας του. Αυτός που θα τον έβγαζε από την αφάνεια και θα τον ανέβαζε στα ουράνια. Η ψυχική εξάρτηση είναι η πιο δυνατή μορφή εξάρτησης στον έρωτα. Ο Μιχάλης μέσα σε λίγους μήνες έγινε το πειθήνιο όργανο του ικανοποιώντας όλα τα αρρωστημένα βίτσια του Αποστόλου. Οι γονείς του ήξεραν ότι ο γιος τους ήταν ομοφυλόφιλος, γεγονός που δεν το αποδεχόταν ο πατέρας του που προσπαθούσε μάταια να τον αποκολλήσει από την αρρωστημένη έλξη που του ασκούσε ο Αποστόλου. Ο πατέρας του σκεφτόταν να τον καταγγείλει στην αστυνομία για αποπλάνηση ανηλίκου αλλά φοβόταν το σκάνδαλο. Ώσπου μια μέρα - μετά από δύο χρόνια- ο ανώμαλος ποιητής αποφάσισε να βγάλει όλα τα σκοτεινά του βίτσια στο σώμα του δεκαοκτάχρονου Μιχάλη.

Τον κάλεσε στο σπίτι του, του φόρεσε γυναικεία ρούχα και αφού έκανε ότι έκανε του έβαλε ένα μεγάλο αντικείμενο στον πρωκτό προκαλώντας του ακατάσχετη αιμορραγία. Ο Μιχάλης μισολιπόθυμος και σε πολύ άσχημη κατάσταση μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο από τους γονείς του όπου και γλύτωσε την τελευταία στιγμή τη διάτρηση του εντέρου με δεκαεφτά ραφές. Έμεινε στο νοσοκομείο σχεδόν τρείς μήνες. Η μια επιπλοκή μετά την άλλη. Οι γονείς του κατάφεραν λαδώνοντας τους γιατρούς να καλύψουν το σκάνδαλο και η αστυνομία δεν κλήθηκε ποτέ. Το συμβάν πέρασε στα αρχεία ως ατύχημα. Βλέπετε ο Μιχάλης είχε κλείσει τα 18 και θεωρείτο ενήλικας πια γεγονός που δεν υποχρέωνε τους γιατρούς να αναφέρουν το περιστατικό στις αρμόδιες αρχές.

Με το που βγήκε από το νοσοκομείο ο Μιχάλης έφυγε για το Λονδίνο προκειμένου να κάνει μιαν καινούρια αρχή μακριά από όλους και από όλα. Ο πατέρας του λίγους μήνες μετά τη φυγή του γιού του πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Ο Μιχάλης δεν ήρθε ούτε στην κηδεία. Ντρεπόταν τη μάνα του αφού πίστευε ότι εξαιτίας του πέθανε ο πατέρας του. Αυτή είναι η πρώτη φορά που επιστρέφει ο Μιχάλης στην Ελλάδα. Έφυγε 18 χρονών και επιστρέφει 30 ως φτασμένος πια χορευτής στην Αγγλία με το όνομα Μισέλ.

- Ποιο είναι το επίθετο του Μιχάλη;

- Λώλος. Μιχάλης Λώλος. Αλλά όλοι τον ξέρουν ως Μισέλ. Και ο ίδιος ζήτησε να μην αναφερθεί ούτε το Μιχάλης ούτε το Λώλος στην παράσταση. Γι αυτό και τα εισιτήρια έγραφαν απλά το όνομα Μισέλ. Εξάλλου έτσι τον ξέρουν όλοι.

- Ελένη, θα πάμε με τον Αντρέα να φάμε σε μια ταβέρνα στο Φάληρο, θα ήθελες να μας συνοδεύσεις; ρώτησε ο Κωστής που δεν είχε αντιληφθεί ότι τα μάτια του φίλου του έλαμπαν από ικανοποίηση. Το πάζλ πήρε μορφή. Τα κομμάτια ταιριάζουν ένα προς ένα και ολοκληρώνουν τη σκηνή του εγκλήματος.

- Δυστυχώς Κωνσταντίνε πρέπει να πάω στο σπίτι. Αύριο έχω πολύ πρωινό ξύπνημα. Αν θέλεις αύριο το βράδυ πέρνα από το σπίτι μου να πιούμε ένα ποτήρι κρασί.

- Τέλεια. Θα σού τηλεφωνήσω αύριο το πρωί. Καληνύχτα Ελένη.

- Καληνύχτα παιδιά, είπε και φίλησε τον Κωστή στο μάγουλο τινάζοντας τις ορμές του στα ύψη και στέλνοντας μεγάλη ποσότητα αίματος στα σηραγγώδη σώματα του μορίου του.

- Καληνύχτα, είπε ξερά ο Σεβαστιανός, προχωρώντας με τον Κωστή προς την έξοδο της Λυρικής. Βγήκαν στη Σταδίου σιωπηλοί, βουλιαγμένος ο καθένας στις σκέψεις του. Ο Κωστής στη σκέψη της Ελένης και ο Σεβαστιανός στο έγκλημα που άρχισε να φωτίζεται.

- Δεν μου λες ρε Κωστή, από πότε έγινες Κωνσταντίνος;  Σε λίγο θα μας βγεις και από βασιλικό σόι, είπε ο Σεβαστιανός και γέλασε κοιτάζοντας τα μούτρα του φίλου του που έμοιαζε με ξαναμμένο έφηβο.

-6-

Γύρω στις 9 ο Σεβαστιανός έφτασε έξω από την πολυκατοικία του θύματος. Πάτησε το κουδούνι της κυρίας Μαρίας στο θυροτηλέφωνο και ανέμενε.

- Παρακαλώ; ακούστηκε η φωνή της.

- Αστυνόμος Σεβαστιανός. Ανοίξτε μου παρακαλώ.

- Ξέρετε… η ώρα είναι ακατάλληλη…

- Η ώρα είναι απολύτως κατάλληλη. Παρακαλώ ανοίξτε. Δεν χρειάζεται να κάνουμε σκηνές να μαζευτεί όλη η γειτονιά πρωϊνιάτικα, είπε αυστηρά ο αστυνόμος.

- Μα κοιτάξτε…

- Αν δεν ανοίξετε σε ένα λεπτό θα φροντίσω να μαζευτούν με δικαστικό ένταλμα ένα τσούρμο ένστολοι.

Αμέσως ακούστηκε ο διαπεραστικός ήχος του ανοίγματος της πόρτας και ο Σεβαστιανός άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες. Η πόρτα της κυρίας Μαρίας ήταν ανοιχτή και η ίδια τον περίμενε στην είσοδο.

- Μα τι είναι αυτός ο τρόπος; Σού είπα ό, τι ήξερα προψές το βράδυ. Γιατί τόση αναστάτωση;

- Ας περάσουμε καλύτερα μέσα όπου και θα τα πούμε και καλύτερα, είπε ο Σεβαστιανός σπρώχνοντας ελαφρά την κυρία Μαρία στον ώμο.

Μπαίνοντας στο διαμέρισμα ο Σεβαστιανός βρέθηκε μπροστά από τον Μιχάλη, το χορευτή της φιλανθρωπικής παράστασης. Στεκόταν με ένα φλιτζάνι του καφέ στο χέρι μπροστά από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Αλληλοκοιτάχτηκαν για μια στιγμή και ο Μιχάλης κάθισε στον καρέκλα δίπλα από την τηλεόραση. Με μια ασυναίσθητη κίνηση των χεριών του μάζεψε τα μακριά του μαλλιά πίσω από το μέτωπο του.

- Καθίστε αστυνόμε, του είπε. Ξέχασαν να μας συστήσουν ψες αλλά απ’ ότι φαίνεται ήταν της μοίρας μας να συναντηθούμε κάτω από άλλες συνθήκες. Πιο υπηρεσιακές.

- Λοιπόν Μιχάλη, φαντάζομαι ότι ξέρεις το λόγο που βρίσκομαι εδώ. Η Ελένη μού είπε την ιστορία που είχες με τον Αποστόλου και την κατάληξη που αυτή είχε. Θέλεις να μού πεις εσύ αυτά που έγιναν στο διαμέρισμα του μακαρίτη το μοιραίο βράδυ τώρα ή  προτιμάς να γίνει κανονική σύλληψη και να μιλήσεις στην ασφάλεια;

- Τι να πει; Δεν έχει τίποτα να πει ο γιος μου. Τι σκέφτεσαι αστυνόμε; Αν είναι δυνατόν να σού περνάει απ’ το μυαλό ότι ο Μιχάλης μού μπορεί να έχει οποιαδήποτε σχέση με το φόνο του Αγαμέμνονα, παραληρούσε η κυρία Μαρία που προσπαθούσε έστω και την εσχάτη να βοηθήσει το γιό της.

- Ξέρω ότι ο μακαρίτης είχε συνάντηση με το γιό σας το μοιραίο βράδυ, είπε ψέματα ο Σεβαστιανός προσθέτοντας πληροφορίες σε αυτά που του είχε πει ο Σμίλης. Μού το είπε ένας φίλος του Αποστόλου που είχαν στενές σχέσεις.

- Άσε μάνα. Δεν χρειάζεται να κρυβόμαστε. Είναι θέμα χρόνου να τα μάθει ο αστυνόμος. Έπεσε, ήδη, αρκετό φως στην υπόθεση. Δεν έχω κουράγιο να περάσω από ανακρίσεις και τμήματα. Δεν έχω κουράγιο για άλλη μιαν πληγή. Ας μιλήσουμε ανοιχτά. Τι ξέρεις αστυνόμε;

- Ξέρω όλην την ιστορία μέχρι το σημείο που έφυγες από την Ελλάδα και το θάνατο του πατέρα σου.

- Είχαμε ραντεβού – όπως ξέρετε- εκείνο το βράδυ. Τα είχα σχεδιάσει όλα πολύ καλά. Συνδύασα την επιστροφή μου στην Ελλάδα με το φόνο αυτού του τομαριού. Ξέρετε, δεν το είχα σχεδιάσει. Όταν μού πρότειναν να έρθω για τη φιλανθρωπική παράσταση για τα κακοποιημένα παιδιά στη χώρα μας αμέσως συνειδητοποίησα ότι τα λεφτά που θα μαζευόντουσαν δεν αρκούσαν για όλα αυτά τα κακοποιημένα παιδιά. Έπρεπε να γίνει κάτι πιο δραστικό. Και τι πιο δραστικό από το να εξαφανιστεί από προσώπου γης ένας άνθρωπος που αποδεδειγμένα ασέλγησε σε ένα νέο παιδί, σε μένα. Θα ήταν ανήθικο και υποκριτικό από μέρους μου να δώσω αυτήν την παράσταση για να μαζευτούν μερικά φιλανθρωπικά ψίχουλα ενώ την ίδια στιγμή ένα ανθρωπόμορφο τέρας ζούσε και ανέπνεε τον ίδιο αέρα με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ξέρω ότι λόγω της θέσης σας θα διαφωνείτε μαζί μου αλλά για σκεφτείτε πως θα ήταν η κοινωνία αν όλοι μας σκοτώναμε και από ένα αποδεδειγμένο κάθαρμα. Αν φονεύαμε όλοι μας και από ένα στυγνό δολοφόνο παιδικών ονείρων και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.  Ο κόσμος μας θα ήταν παράδεισος. Με αυτήν τη σκέψη τηλεφώνησα στον Αγαμέμνονα από το Λονδίνο. Κλείσαμε το ραντεβού λέγοντας του ότι ήθελα να θυμηθούμε τα παλιά. Αυτός κατενθουσιάστηκε. Βλέπετε δύο πράγματα δεν μπορούσε να ελέγξει: την ιστορία της λογοτεχνίας που θα τον περνούσε στα ψιλά γράμματα παρά τις τόσες προσπάθειες του σ’ αυτήν τη ζωή και τον κώλο του. Έτσι κλείσαμε το ραντεβού.

- Η μητέρα σου ήξερε το σχέδιο σου;

- Όχι. Αφήστε την απ’ έξω απ’ όλα αυτά.

Η μητέρα του έβαλε τα κλάματα. Έτρεξε και αγκάλιασε το γιο της χαϊδεύοντας του τα μαύρα του μαλλιά. Ο Μιχάλης φίλησε το χέρι της και την αγκάλιασε.

- Ανέβηκα στο διαμέρισμα του. Μού άνοιξε κρατώντας μια ξανθιά περούκα στο χέρι. Ήταν η ίδια περούκα που με ανάγκαζε να φοράω όταν ήμουν έφηβος. Καθίσαμε στον καναπέ και άρχισε να απλώνει τα πλοκάμια του στο σώμα μου. Ήθελα να του ανοίξω το κεφάλι. Όταν ένιωσα τα βρωμερά χέρια του να με αγγίζουν ήμουνα σίγουρος ότι έπρεπε να τον σκοτώσω. Το είχα πάρει πια απόφαση. Αν υπήρχε, έστω, και μια φωνή μέσα μου που μού έλεγε να μην το κάνω σώπασε κι αυτή. Του είπα ότι ήθελα ένα ποτήρι νερό, πρόφαση για να πάει στην κουζίνα. Με το που έφυγε από το σαλόνι έβγαλα το μαχαίρι από το τσαντάκι που κρατούσα στον ώμο μου. Χαμήλωσα το φως-  για ατμόσφαιρα όπως του είπα-  στάθηκα μπροστά από τον καναπέ και τον περίμενα. Τον είδα να πλησιάζει προς το μέρος μου. Έσφιξα το μικρό μαχαίρι στο χέρι μου πίσω από την πλάτη μου και τον κοιτούσα. Τα λίγα δευτερόλεπτα που με χώριζαν από την απεχθή μου- για την ανθρώπινη δικαιοσύνη- πράξη, μού φάνηκαν αιώνες. Μόλις με πλησίασε τον αγκάλιασα με το αριστερό μου χέρι. Άφησε το κεφάλι του στον ώμο μου ενώ με τα χέρια του προσπαθούσε να μού ξεκουμπώσει το παντελόνι. Αμέσως του έχωσα τη λεπίδα του μαχαιριού στο στομάχι τρείς αλλεπάλληλες φορές. Ένιωσα το βάρος του να πέφτει πάνω μου, κόντεψα να χάσω την ισορροπία μου. Στηρίχτηκα με δυσκολία και του έχωσα άλλες δύο μαχαιριές στην πλάτη. Τον άφησα να πέσει στο πάτωμα. Μια λίμνη αίματος σκέπασε τη μοκέτα ενώ κάτι σαν ρόγχος ακούστηκε από το σιχαμένο στόμα του. Γονάτισα από πάνω του και του έκοψα το λαιμό. Αίμα γέμισε τα χέρια μου και τα ρούχα μου. Από το στόμα του έβγαινε μια υγρή μάζα αίματος και σάλιων. Τον κοίταξα στα μάτια και άρχισα να τον καρφώνω ψυχρά με τη λεπίδα του μαχαιριού. Άλλες δώδεκα μαχαιριές.

Τειρεσίας Λυγερός: "Η Μαύρη Κάντιλακ": Το αστυνομικό μυθιστόρημα που αλλάζει όσα ξέρουμε γύρω από το έγκλημα

- Όσες και οι ραφές που σας έκαναν όταν…

- Ακριβώς αστυνόμε. Δεν το είχα προγραμματίσει. Το σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή δίνοντας έτσι μια τελετουργική χροιά στη δολοφονία του. Θυμάμαι την ικανοποίηση που ένιωσα όταν είδα το φόβο του θανάτου στα μάτια του. Φόβος. Σαν και αυτό που καθρεφτιζόταν στα δικά μου εφηβικά μάτια όταν ικανοποιούσε τα ανομολόγητα και αρρωστημένα πάθη του στο σώμα μου. Τότε μού ήρθε και η ιδέα για το παλούκωμα. Είδα το βέλος στον τοίχο του. Τον έγδυσα, τον γύρισα μπρούμυτα και τον κάρφωσα. Όπως έκανε και σε μένα πριν κάμποσα χρόνια. Δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή αστυνόμε. Ούτε για μια στιγμή. Πριν φύγω του φόρεσα στο κεφάλι την περούκα που είχε ετοιμάσει για μένα και βγήκα από το διαμέρισμα. Εξαφανίστηκα στους δρόμους της Αθήνας. Το μαχαίρι το πέταξα σε κάποιο κάδο που βρέθηκε στο δρόμο μου. Τα υπόλοιπα τα ξέρετε.

- Υπάρχει ένα κενό ανάμεσα στη στιγμή που φύγατε από το διαμέρισμα και από την ώρα που βγήκατε στο δρόμο. Με τόσα αίματα που θα είχατε στα χέρια και στα ρούχα σίγουρα δεν θα περνούσατε απαρατήρητος. Θέλετε να σας πω εγώ τι έγινε ακριβώς αφού φύγατε από το χώρο του εγκλήματος; Κατεβήκατε στον τρίτο, η μητέρα σας, σας περίμενε στην πόρτα. Μπήκατε στο σπίτι, πλυθήκατε, αλλάξατε ρούχα και τότε εξαφανιστήκατε στους δρόμους της Αθήνας. Έτσι δεν είναι κυρία Μαρία; Κατόπιν εσείς κυρία Μαρία, περιμένατε να πάει 9 η ώρα, ανεβήκατε στο διαμέρισμα του Αποστόλου, τάχα για τα κοινόχρηστα, βρήκατε την πόρτα ανοικτή- την άφησε ο γιος σας αφού τον είχατε πληροφορήσει ότι δεν έμενε κανένας άλλος στον όροφο- και μας ειδοποιήσατε για το στυγερό έγκλημα. Σας βόλεψε μια χαρά το γεγονός ότι ο φοιτητής έλειπε εκείνο το βράδυ. Έτσι θα μπορούσατε να αναφέρετε εντελώς αόριστα ότι είδατε κάποιο νεαρό να ανεβαίνει τις σκάλες, πράγμα που απόντας φοιτητής δεν θα μπορούσε να μας επιβεβαιώσει. 

- Έχετε μεγάλη φαντασία αστυνόμε, είπε ο Μιχάλης. Η πόρτα έμεινε ανοιχτή άθελα μου, δεν το σκέφτηκα καν να την κλείσω. Εξάλλου αν το είχαμε σχεδιάσει- όπως λέτε- με τη μάνα μου δεν θα διακινδυνεύαμε να βρει άλλος πρώτος το νεκρό.

- Γιατί όχι; Σε τι θα χαλούσε τα σχέδια σας; Ίσα- ίσα θα έβγαζε και τη μητέρα σου από τη δύσκολη θέση.

- Κοίτα παιδί μου… προσπάθησε να πει η κυρία Μαρία. Ο γιός μου…

- Σώπα μάνα. Μην πεις τίποτα. Αστυνόμε, το δολοφόνο τον έχεις. Άσε τη μάνα μου ήσυχη. Αρκετά δεν πέρασε;

- Δεν είχα σκοπό να συλλάβω τη μητέρα σου. Ίσως θα έπρεπε να σε αφήσω κι εσένα να φύγεις το μεσημέρι για το Λονδίνο. Δίκιο έχεις τέτοια καθάρματα δεν έχουν θέση στην κοινωνία μας. Αλλά να ξέρεις ότι κανένας δεν μπορεί να εφαρμόζει το νόμο αυτοβούλως. Το θεϊκό νόμο δεν μπορούμε να τον ρυθμίσουμε αλλά τον ανθρώπινο οφείλουμε να τον σεβόμαστε.

- Το πιστεύετε αυτό;

- Αν δεν το πίστευα δεν θα έκανα αυτή τη δουλειά. Κανένας δεν είναι υπεράνω του νόμου και καμιά πράξη εκδίκησης δεν μπορεί να επισκιάσει το νόμο. Ο νομοθέτης είναι ο ρυθμιστής της κοινωνίας.

- Και αυτό το τέρας που ασελγούσε στο γιο μου ποιος νομοθέτης το τιμώρησε; φώναξε η κυρία Μαρία με όση δύναμη της είχε απομείνει.

- Αυτός ανήκει πια σε άλλη δικαιοδοσία, είπε και έδειξε με το δάχτυλο ψηλά. Χους ει και εις χουν απελεύσει.

-7-

            Πέρασαν έξι μήνες από τη σύλληψη του Μιχάλη ή Μισέλ για το φόνο του «μέγα» ποιητή Αγαμέμνονα Αποστόλου. Ο Μιχάλης δεν αρνήθηκε καμιά κατηγορία. Παραπέμφθηκε σε δίκη για φόνο εκ προμελέτης αλλά ο Σεβαστιανός του είχε πει ότι θα βρεθούν πολλά ελαφρυντικά λόγω των φρικτών πράξεων του Αποστόλου ο οποίος χώθηκε στη γη με τιμές και τα απαραίτητα κλάματα- αναφιλητά του σιναφιού του. Στην κηδεία του βρήκε ευκαιρία να αναδείξει και πάλι το «ταλέντο» του ο Σμίλης απαγγέλλοντας ένα ποίημα για το μέντορα του στο οποίο ξέχασε να γράψει για τις πολύ προσωπικές τους στιγμές, όταν έκανε ανασκαφές στο γέρικο κώλο του βιτσιόζου «δασκάλου» του. Πολλοί, μάλιστα, από τους μαυροντυμένους πενθούντες δεν ξέχασαν να επαινέσουν τον τεθλιμμένο κολομπαρά για το συγγραφικό του μεγαλείο που φαινόταν – όπως του ψιθύρισαν στο αυτί- ακόμα και αυτές τις τόσο τραγικές- για την ποίηση- ώρες. Τον κλάψανε, τον πενθήσανε για κάνα δίωρο, γράψανε και ένα δυο επικήδειους σε λογοτεχνικά περιοδικά -κατάλληλα για κωλόχαρτο σε περιπτώσεις ευκοίλιας- γεμάτους ατάκες σαπουνόπερας καθημερινής προβολής σε ώρα υψηλής τηλεθέασης  για κακογαμημένες νοικοκυρές που κοιτάνε τους σφριγηλούς ηθοποιούς να χαμογελάνε στο φακό σαν διαφήμιση οδοντόκρεμας επαναλαμβάνοντας αυτιστικά τις ίδιες ατάκες και μετά τον ξεχάσανε αφημένο στο χώμα να σαπίζει με ένα κενό στον κώλο από το βέλος που του έχωσε ο Μισέλ αλλά που οι γιατροί -σε πείσμα των βίτσιων του μακαρίτη- του το αφαίρεσαν.   

            Ο Σεβαστιανός κατηφόριζε τη Σόλωνος προκειμένου να βρει τον Κωστή σε ένα καφενείο για εργένηδες- απ’ αυτά που σερβίρουν ζεστή μπύρα και κρύους μεζέδες- αφού ο αμετανόητος κομμουνιστής φίλος του ήταν απαρηγόρητος από τη φυγή της Ελενίτσας του συνειδητοποιώντας ότι το πιο πιθανό σενάριο για τα γεράματα του ήταν το να τα περάσει με το μπάτσο φίλο του- που θα είχε γίνει ακόμα πιο αυταρχικός λόγω μαλάκυνσης- και πάσχοντας από άνοια με ένα αχρησιμοποίητο – από χρόνια - μόριο χωμένο στην πάνα ακράτειας.

            Καθώς περπατούσε ο αστυνόμος σταμάτησε απότομα μπροστά από τη βιτρίνα ενός μικρού βιβλιοπωλείου. Κοίταξε για μερικά λεπτά πίσω από το γυαλί και μπήκε μέσα.

- Καλησπέρα.

- Καλησπέρα, απάντησε με ψεύτικο χαμόγελο η πωλήτρια. Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;

- Θα ήθελα μιαν ποιητική συλλογή που έχετε στη βιτρίνα σας, ρώτησε σαν έφηβος που ρωτάει την τσατσά την τιμή για ένα αναξιοπρεπές τρίλεπτο γαμήσι.   

- Πως λέγεται; ρώτησε η νεαρή πωλήτρια.

- «Εν αρχή», του Γιώργου Αντωνίου, είπε ο Σεβαστιανός σκεφτόμενος ότι κάθε προσπάθεια που πηγάζει από ψυχές που αδικούνται είναι μια μεγάλη νίκη της δικαιοσύνης του περιθωρίου έναντι του άδικου και απάνθρωπου γενικού κανόνα.

Με το βιβλίο στο χέρι συνέχισε το δρόμο του σε μια Αθήνα που ξέρει πολύ καλά να απογειώνει το τίποτα και να εξυψώνει τους δήθεν και τους κάπως, όπως συνήθιζε να λέει ο αστυνόμος Σεβαστιανός.