Aπαντά η Νομική Υπηρεσία για διερευνώμενες υποθέσεις ελλειπόντων

Aπαντά η Νομική Υπηρεσία για διερευνώμενες υποθέσεις ελλειπόντων

Οι οδηγίες που είχαν δοθεί ήταν οι ενδεδειγμένες αναφέρει η Νομική Υπηρεσία απαντώντας σε δημοσιέυμα του «Πολίτη»

Οι εκάστοτε οδηγίες που είχαν δοθεί από τη Νομική Υπηρεσία σε σχέση με τις διερευνώμενες υποθέσεις ελλειπόντων προσώπων που αποστάλθηκαν από την Αστυνομία, ήταν ενδεδειγμένες, αναφέρει η Νομική Υπηρεσία στη βάση έρευνας στην οποία προχώρησε χθες κατόπιν ερωτημάτων που της υποβλήθηκαν.

Αναφορικά με σημερινό δημοσίευμα της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ», η Νομική Υπηρεσία διευκρινίζει ότι στο Κυπριακό νομικό σύστημα οι ανακρίσεις ως προς το ενδεχόμενο διάπραξης οποιωνδήποτε αδικημάτων, διεξάγονται από την Αστυνομία και μετά τη συμπλήρωση τους υποβάλλονται στην Νομική Υπηρεσία η οποία καλείται να αποφανθεί εάν και κατά πόσο στη βάση του συλλεγέντος ανακριτικού έργου, θα μπορούσε ή όχι να στοιχειοθετηθεί οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα.

Στο ενδιάμεσο των ερευνών προσθέτει, η Αστυνομία έχει την ευχέρεια, αν κρίνει σκόπιμο, να απευθυνθεί στη Νομική Υπηρεσία, όχι για καθοδήγηση ως προς τις ανακρίσεις, αλλά για οποιαδήποτε νομική συμβουλή, ή για οποιοδήποτε διάβημα στο Δικαστήριο για έκδοση απαραίτητων ενταλμάτων/διαταγμάτων.

‘Όπως αναφέρεται, κατόπιν ερωτημάτων που υποβλήθηκαν ως προς το κατά πόσο οι αστυνομικές ανακριτικές αρχές είχαν απευθυνθεί στη Νομική Υπηρεσία σε σχέση με τις ως άνω διερευνώμενες υποθέσεις, διεξήχθη χθες έρευνα, από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα στοιχεία:

 1.    Σε 3 συγκεκριμένες περιπτώσεις, μετά τη συμπλήρωση αστυνομικού φακέλου, οι φάκελοι αποστάληκαν στη Νομική Υπηρεσία, σε διαφορετικές ημερομηνίες.

2.    Σε καμμιά από τις 3 περιπτώσεις είχε ζητηθεί από τη Νομική Υπηρεσία οποιαδήποτε νομική γνώμη ή λήψη διαβήματος στο Δικαστήριο, κατά τη διάρκεια των ανακριτικών ερευνών.

3.    Η πρώτη περίπτωση με συμπληρωμένες τις ανακρίσεις, είχε σταλεί την 21.3.17 στη Νομική Υπηρεσία, και αφορούσε καταγγελία για ελλείπουσα αλλοδαπή γυναίκα και τη θυγατέρα της, που είχε γίνει την 3.10.16.  Ως αποτέλεσμα των ανακρίσεων, αναφέρετο ότι η ελλείπουσες δεν ανευρέθησαν, και ότι ήταν εξαιρετικά πιθανό το ενδεχόμενο να διαμένουν στα κατεχόμενα σε άγνωστη διεύθυνση και γινόταν εισήγηση όπως η υπόθεση αρχειοθετηθεί ως Μ.Α.Φ.Υ. (Μη Αστυνομικής Φύσεως Υπόθεση), συνεχιζομένων των ερευνών.   Εν όψει τούτων, και δεδομένου ότι δεν προέκυπτε από το ανακριτικό έργο οποιαδήποτε εύλογη υπόνοια διάπραξης εγκλήματος, δόθηκαν από τη Νομική Υπηρεσία οδηγίες όπως η υπόθεση αρχειοθετηθεί χωρίς να σταματήσουν οι προσπάθειες για εντοπισμό των ελλειπουσών.

4.    Η δεύτερη περίπτωση με συμπληρωμένες τις ανακρίσεις, είχε σταλεί μετά 2 σχεδόν χρόνια, την 18.1.2019 και αφορούσε καταγγελία για ελλείπουσα αλλοδαπή, και τη θυγατέρα της που είχε γίνει την 5.5.2018.  Αφού αναφερόταν το εκτενές ανακριτικό έργο που είχε διενεργηθεί από το οποίο δεν προέκυπτε υπόνοια για εγκληματική ενέργεια, γινόταν εισήγηση όπως στο στάδιο εκείνο η υπόθεση ταξινομηθεί και σε περίπτωση που προέκυπτε οτιδήποτε πρόσθετο, οι εξετάσεις να συνεχίζονταν. Ενόψει τούτων, η Νομική Υπηρεσία συμφώνησε με την εισήγηση.

5.    Η τρίτη περίπτωση με συμπληρωμένες τις ανακρίσεις, είχε σταλεί στη Νομική Υπηρεσία την 22.2.2019 και αφορούσε καταγγελία για ελλείπουσα αλλοδαπή που είχε γίνει την 15.12.2017.   Αφού αναφερόταν το διενεργηθέν ανακριτικό έργο και η αδυναμία ανεύρεσης της ελλείπουσας, γινόταν εισήγηση όπως η υπόθεση ταξινομηθεί ως «Μ.Α.Φ.Υ.» (Μη Αστυνομικής Φύσης Υπόθεση).  Ενόψει των ανωτέρω και στην απουσία οποιωνδήποτε στοιχείων ως προς υπόνοια διάπραξης αδικήματος, η Νομική Υπηρεσία συμφώνησε με την εισήγηση.

Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, αναφέρεται, δεν ετίθετο θέμα όπως η Νομική Υπηρεσία δώσει οποιεσδήποτε ενδιάμεσες οδηγίες, εφόσον δεν της ζητήθηκαν, ούτε και είναι ο ρόλος της να καθοδηγεί το ανακριτικό έργο.

Συμπληρώνει ότι θέμα αιτημάτων για άρση απορρήτου τηλεπικοινωνιακών δεδομένων δεν υπήρχε στο χρονικό στάδιο που οι υποθέσεις ετίθεντο ενώπιον της Νομικής Υπηρεσίας, με δεδομένο ότι δεν υπήρχαν στοιχεία από τα οποία να προέκυπτε εύλογη υπόνοια διάπραξης αδικημάτων ώστε να εκδίδετο διάταγμα από Δικαστήριο, και εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία, τα οποιαδήποτε  τηλεπικοινωνιακά δεδομένα δεν επιτρέπεται να τηρούνται για χρονικό διάστημα πέραν των 6 μηνών.

«Λόγω όλων των ανωτέρω, διαφαίνεται ότι οι εκάστοτε οδηγίες που είχαν δοθεί από τη Νομική Υπηρεσία σε σχέση με τις υποθέσεις εκείνες, ήσαν ενδεδειγμένες», αναφέρεται.

Home