Τον έστειλε φυλακή για παρενόχληση, έκανε έφεση & αθωώθηκε

Τον έστειλε φυλακή για παρενόχληση, έκανε έφεση & αθωώθηκε

Κατηγόρησε τον εργοδότη της για σεξουαλική παρενόχληση

Γυναίκα υπάλληλος κατάγγειλε τον εργοδότη της για σεξουαλική παρενόχληση, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης, ωστόσο κατέθεσε έφεση επιτυγχάνοντας την ακύρωση της απόφασης.

Τα γεγονότα χρονολογούνται κατά την διάρκεια του 2015 - 2016 στην Κύπρο, όταν η παραπονούμενη προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία, ότι έπεσε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης στο εργασιακό της χώρο.

Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά παρουσιαστήκαν στο Δικαστήριο, λίγες ήμερες μετά και την πρόσληψη της στη δουλεία, ο εργοδότης της άρχισε να την παρενοχλεί με άσεμνες πράξεις. Μάλιστα το επόμενο διάστημα οι ενοχλήσεις από πλευράς του άρχισαν να αυξάνονται με αυτή να αντιστέκεται.

Η παραπονούμενη εκμυστηρευτικέ τα γίγαντα σε δυο φίλους της, ωστόσο δεν ήθελε να προχωρήσει σε καταγγελία στις Αρχές, αφού όπως ισχυρίστηκε φοβόταν ότι θα χάσει τη δουλεία της.

Το μήνυμα στο κινητό και η καταγγελία στην Αστυνομία

Λίγες ήμερες αργότερα, έφτασε από ένα φίλο της μήνυμα στο κινητό που τι έγραφε, «Τι γίνεται; Θέλεις να επέμβω;». Να σημειώσουμε ότι εν λόγω φίλος της, ήταν αυτός που την είχε συστήσει στην δουλεία.

Ο αρραβωνιαστικός της είδε το μήνυμα και διερωτήθηκε, οπότε της δόθηκε η ευκαιρία να του μιλήσει και να πει όλα όσα συνέβαιναν. Ακολούθως μετέβηκε σε αστυνομικό σταθμό όπου και προέβη σε καταγγελία.

Ο εργοδότης, σύμφωνα με τα όσα ακούστηκαν στο Δικαστήριο έδωσε ένορκη μαρτυρία όπου και ανέφερε ότι οι ισχυρισμοί της παραπονούμενη ήταν ψέματα, ωστόσο το Δικαστήριο αποδέχθηκε την παραπονούμενη ως αξιόπιστη μάρτυρα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορούσε να καταδικάσει επί της μαρτυρίας της χωρίς ενισχυτική μαρτυρία.

Η έφεση από τον καταδικασθέντα

Το επίκεντρο της έφεσης εστιάζεται στο γεγονός ότι η παραπονούμενη αρνήθηκε να απαντήσει κατά την αντεξέταση της σε αριθμό ερωτήσεων. Κατά τον εφεσείοντα (εργοδότη) επρόκειτο για ερωτήσεις ουσιώδεις ώστε η στάση της αυτή να αποτελεί ένδειξη αναξιοπιστίας.

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του «Είναι πράγματι γεγονός ότι σε αρκετές περιπτώσεις η παραπονούμενη δεν απάντησε σε ερωτήσεις κατά την αντεξέταση, υποβάλλοντας κάθε φορά στο δικαστήριο το ερώτημα κατά πόσο μπορούσε να μην απαντήσει.

Παράλληλα το Ανώτατο τονίζει ότι το δικαστήριο υιοθέτησε ένα θεμελιακά λανθασμένο τρόπο προσέγγισης κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης εφόσον θεώρησε ότι εάν όλα αυτά ήταν ψέματα «δεν θα υιοθετούσε τη θέση αυτή στο δικαστήριο και δεν θα προχωρούσε σε καταγγελία συνοδευόμενη από τον αρραβωνιαστικό της και τους γονείς της και μάλιστα να επιμένει σε αυτή και να επαναλάβει όλα στο δικαστήριο ενώ ακόμα  η σχέση της με τον αρραβωνιαστικό της δεν έχει επισημοποιηθεί».  Δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ότι η παραπονούμενη είπε την αλήθεια επειδή, κατ΄ ουσίαν, διαφορετικά δεν θα προέβαινε σε καταγγελία και δεν θα επέμενε στη θέση της ενώπιον του δικαστηρίου.

Ως εκ τούτου, το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση, αναφέροντας ότι η καταδίκη θα παραμεριστεί και δεν τίθεται θέμα επανεκδίκασης εφόσον ο εφεσείων έχει εκτίσει την ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε και ο εφεσείοντας αθωώνεται και απαλλάσσεται.

Home