Κατεβάστε τώρα το application της Offsitenews για Android & για iOS
Group google play
Group app store
mobile app

Οδόφραγμα Δερύνειας: Έτσι ζήσαμε τις πρώτες στιγμές - Οδοιπορικό

Του Μιχάλη Κυβιδιώτη -
13.11.2018 - 11:16

Οδόφραγμα Δερύνειας: Έτσι ζήσαμε τις πρώτες στιγμές - Οδοιπορικό

Thumbnail
Δείτε Βίντεο και φωτογραφίες από την πρώτη μέρα

Η πρώτη μέρα διάνοιξης του οδοφράγματος Δερύνειας για όσους την έζησαν θα είναι μια μέρα που δύσκολα θα φύγει από τη μνήμη τους. Φτάνοντας στο σημείο είδα μπροστά μου εκατοντάδες ανθρώπους να περιμένουν να ανοίξει και αυτό το σημείο που 44 χρόνια παραμένει εκεί κλειστό και περιμένει.

 «Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό, 

αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα, 

αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο, 

αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.»

Ανάμεσα στους κατοίκους υπήρχαν και κάτοικοι που αντιδρούσαν στο άνοιγμα του οδοφράγματος. Η ένταση και οι πρώτες φωνές μεταξύ τους δεν άργησαν να εμφανιστούν. Στις δώδεκα το μεσημέρι θα άνοιγε το οδόφραγμα. Στις δώδεκα θα υπήρχε το αποκορύφωμα της έντασης. Της έντασης όμως όχι μεταξύ των ανθρώπων αλλά στην ένταση των συναισθημάτων αυτών που περίμεναν τόσα χρόνια να δούνε τα σπίτια τους, τη γη τους και να ζήσουν ξανά όλα αυτά που μόνο ονειρεύονταν. Η ένταση μεταξύ των ανθρώπων ήταν σύντομη και σε μεμονωμένα περιστατικά.

Οδόφραγμα Δερύνειας - Μικρό οδοιπορικό στην πρώτη μέρα διάνοιξης

«Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή, 

σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια, 

σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του, 

σφίγγει τὰ δόντια…Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο. 

Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη τοῦ ἥλιου.»

Η ώρα έφτασε, κόσμος άρχισε να κινείται άτακτα προς το οδόφραγμα. Το σημείο που τόσα χρόνια υπήρχε πόνος και πίκρα. Στο σημείο που τόσα χρόνια διαδραματίζονταν πορείες διαμαρτυρίας για επιστροφή. Στο σημείο εκείνο που δύο άνθρωποι έχασαν την ζωή τους μαχόμενοι στην ιδέα που φύτρωνε τόσα χρόνια μέσα τους. Στο πρόσωπό τους το πρόσωπο χιλιάδων ανθρώπων που περίμεναν αγέρωχοι χαμένοι στις αναμνήσεις τους και την αδικία που υπέστησαν.

Οδόφραγμα Δερύνειας - Μικρό οδοιπορικό στην πρώτη μέρα διάνοιξης

Το οδόφραγμα άνοιξε. 

Οι κάτοικοι περπατούσαν σαν αγρίμια να πάνε να δούνε, να μυρίσουνε να αγγίξουνε ότι μπορούνε. Ηλικιωμένοι έτρεχαν και βάδιζαν σαν μικρά παιδιά που βγαίνουν για διάλειμμα. Δεν πονάγανε τίποτα εκείνη την ώρα. Δεν ήθελαν τίποτα. Δεν σκέφτονταν τίποτα. Ήθελαν μόνο να πάνε. 

Περνώντας από τα Ελληνοκυπριακά σημεία ελέγχου της Αστυνομίας το πρώτο πράγμα που βλέπεις από κοντά είναι το κτίριο που έγινε φυλάκιο των Τούρκων. Το κτίριο που βλέπαμε τόσα χρόνια από τα βίντεο που κυκλοφορούσαν από εκείνον τον ζεστό Αύγουστο. Βλέπεις το πρώτο μπαλκόνι. Το μπαλκόνι που βρισκότανε ο Τούρκος στρατιώτης που πάτησε τη σκανδάλη και έσβησε το πόθο του Σολωμού να κατεβάσει τη σημαία. 

«Τόσα χρόνια πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα 

ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται καὶ κανένας δὲν πέθανε - 

πάνου στὰ καραούλια λάμπουνε τὰ μάτια τους, 

μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη 

καὶ κάθε αὐγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν ἀπ᾿ τὰ χέρια τους 

γιὰ τὶς τέσσερις πόρτες τοῦ ὁρίζοντα.»

 

Οδόφραγμα Δερύνειας - Μικρό οδοιπορικό στην πρώτη μέρα διάνοιξης

Η ειρωνεία της στιγμής είναι πως απ΄ όλα τα σπίτια είναι το μοναδικό διατηρημένο. Πρώην ξυλουργείο, με τον ιδιοκτήτη να είναι εκεί, να βλέπει, να τον τρώει το παράπονο και το μαράζι.

Προχωρώντας στον καινούργιο δρόμο από άσφαλτο φτάνουμε στα σημεία ελέγχου των Αστυνομικών του Ψευδοκράτους. Μάθαμε ο παλιός ο δρόμος ήταν πολύ στενός, τόσο στενός που όταν έρχονταν με το παλιό λεωφορείο οι κάτοικοι νόμιζαν πως θα κτυπήσουνε πάνω στις περιφράξεις των σπιτιών, όπως ανακάλεσε ένας κύριος που βρισκότανε εκεί.

Τρέχοντας να προλάβω κατοίκους άκουγα ιστορίες, έβλεπα μπροστά μου εικόνες που δεν είχα ζήσει δεν είχα δει μπροστά μου ξανά, αλλά τις ζούσα, ήμουνα εκεί μαζί τους. 

Διαβάστε επίσης: Οδόφραγμα Δερύνειας: Οι αριθμοί κατά την πρώτη μέρα διέλευσης

Κάτοικοι έβλεπαν τα σπίτια τους για πρώτη φορά, ζούσαν ξανά αναμνήσεις θαμμένες τόσα χρόνια. Περπατώντας ακούω μια κραυγή. «Έτο δαμέ, στέκει και καρτερά μας» Φορτισμένος από τη στιγμή έτρεξα κοντά του. «Είναι το σπίτι σου αυτό κύριε; » τον ρωτάω. «Έτο δαμέ τούτο, 44χρόνια και 3 μήνες περιμένει» μου απαντάει. 

Δὲ χρειάζεται νὰ θυμηθεῖς. Τὸ ξέρουμε. 

Ὅλα τὰ μονοπάτια βγάζουνε στὰ Ψηλαλώνια. O ἀγέρας εἶναι ἁψὺς κεῖ πάνου.

 

Πιο πέρα στο δρόμο κάποιες κυρίες φτάσανε στα σπίτια τους. Τα βρήκανε. Ήταν εκεί. Μια από τις κυρίες σφίγγει στα χέρια της το συρματένιο περίφραγμα και σπαράζει: « Τα φκιόρα μου, τα φκιόρα μου είναι εδώ, ακόμα είναι εδώ και ανθισμένα και με περιμένουν». Και ήταν εκεί. Μια βουκεμβίλια ήταν εκεί. Κτυπημένη από τα χρόνια, αλλά εκεί και ανθισμένη μέσα στα απομεινάρια του σπιτιού. 

Στην άκρη του δρόμου είχε ένα κύριο μεγάλης ηλικίας. Έμεινε στάσιμος και αμίλητος. Ήταν μια περίπτωση που δεν τράβηξα βίντεο. Σε ένα βίντεο δεν θα χωρούσε όλο αυτό το συναίσθημα αυτού του κυρίου.

Στεκότανε αμίλητος και έβλεπε, ένιωθε, θυμότανε. Τον τράβηξα όμως φωτογραφία. Μια φωτογραφία μπορούσε να κρατήσει περισσότερο το συναίσθημα αυτού του ανθρώπου και να ταξιδέψει αυτούς που την βλέπουν.

 

Οδόφραγμα Δερύνειας - Μικρό οδοιπορικό στην πρώτη μέρα διάνοιξης

Περπατώντας εκείνη την απόσταση ανάμεσα στους συρματένιους φράκτες που σε εμπόδιζαν να πας να δεις τα σπίτια από κοντά, να αγγίξεις εκείνους τους τοίχους, εκείνα τα δέντρα που περίμεναν ένα γνώριμο ανθρώπινο χάδι, ένιωθα δέος και σύγχυση. Εγώ που δεν έζησα τίποτα αλλά ένιωθα την αύρα εκείνων που έζησαν. Άκουγα τα κλάματα και μου μετέφεραν την ένταση της στιγμής.

Διαβάστε επίσης: Βίντεο από τη στιγμή της διάνοιξης του οδοφράγματος Δερύνειας

Φεύγοντας από το σημείο και οδηγώντας προς Λευκωσία δεν ένιωθα πως έκανα σωστά τη δουλειά μου. Τι να μεταφέρεις σωστά από εκείνες τις στιγμές...Τι να νιώσεις... Δείτε τις φωτογραφίες από την περιοχή και νιώστε αυτά τα συναισθήματα..

Ἀπὸ δῶ πέρασε ὁ στρατὸς μὲ τὰ φλάμπουρα κατάσαρκα 

μὲ τὸ πεῖσμα δαγκωμένο στὰ δόντια τους σὰν ἄγουρο γκόρτσι 

μὲ τὸν ἄμμο τοῦ φεγγαριοῦ μὲς στὶς ἀρβύλες τους 

καὶ μὲ τὴν καρβουνόσκονη τῆς νύχτας κολλημένη μέσα στὰ ρουθούνια καὶ στ᾿ αὐτιά τους.

Δέντρο τὸ δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τὸν κόσμο, 

μ᾿ ἀγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τὸν ὕπνο. 

Φέρναν τὴ ζωὴ στὰ δυὸ στεγνά τους χέρια σὰν ποτάμι.

 

Home