Τα γερμανικά ΜΜΕ για την αντιπαράθεση Γαλλίας-Τουρκίας

Τα γερμανικά ΜΜΕ για την αντιπαράθεση Γαλλίας-Τουρκίας

«Ο Eρντογάν κατανοεί μόνο τη γλώσσα της σκληρότητας»

Το ξέσπασμα του Τούρκου Προέδρου εναντίον της Γαλλίας δεν είναι τυχαίο, καθώς επιδιώκει να αποσπάσει την προσοχή του λαού του από την οικονομική κρίση, γράφει η γερμανική εφημερίδα «Βελτ» υπό τον τίτλο «Ο Eρντογάν κατανοεί μόνο τη γλώσσα της σκληρότητας». Η ΕΕ δεν επιτρέπεται να ανέχεται αυτές τις επιθέσεις. Και θα έπρεπε να αποσύρει τους Πρέσβεις της από την Τουρκία, προσθέτει.  

Όπως γράφει ειδικότερα, ο Ερντογάν διαθέτει τις ουσιώδεις ιδιότητες ενός δημαγωγού. Τα χαρακτηριστικά και οι πολιτικές του δεν κάνουν καλό στην Τουρκία. Το νόμισμα της χώρας βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, ένας στους τέσσερις Τούρκους είναι άνεργος και οι σχέσεις με την Ευρώπη είναι βαθύτατα κλονισμένες. Και τα πράγματα θα γίνουν ακόμα χειρότερα.

Το ξέσπασμα του Eρντογάν εναντίον της Γαλλίας δεν είναι τυχαίο. Επιδιώκει να αποσπάσει την προσοχή του λαού του, ο οποίος αιμορραγεί οικονομικά, από τη δυστυχία στο εσωτερικό και να τον μεθύσει με τη βοήθεια του μίσους. Η Γαλλία έκανε το μόνο που ήταν σωστό: Απέσυρε τον Πρέσβη της.

Και τι κάνει η Γερμανία, θέτει το ερώτημα η εφημερίδα. Ο Ομοσπονδιακός Υπουργός Εξωτερικών Μαας στηρίζει τη Γαλλία ρητορικά. Είναι αυτή η Κοινή Ευρωπαϊκή Εξωτερική και Αμυντική Πολιτική;

Όσο ο Eρντογάν και ίσως το κόμμα του AKP είναι επικεφαλής του κράτους, δεν θα επιτευχθεί καμία συναινετική εταιρική σχέση. Θα γίνεται ολοένα και πιο επιθετικός, εάν δεν του δίδεται να καταλάβει ποιες είναι οι συνέπειες των ενεργειών του.

Τι προκύπτει από όλα αυτά; Όπως το Παρίσι, έτσι και το Βερολίνο θα πρέπει να ανακαλέσει τον Πρέσβη του. Ακριβώς όπως θα πρέπει να ανακληθούν όλοι οι Πρέσβεις των κρατών-μελών της ΕΕ.

Ταυτόχρονα, πρέπει να καταστεί απολύτως σαφές στην Τουρκία: Όποιος παραβιάζει στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο την κυριαρχία των μελών της ΕΕ, Ελλάδας και Κύπρου, θα πρέπει να αναμένει σκληρές κυρώσεις.

Από την άλλη  σε σχόλιο του, ο ανταποκριτής της Ζιντόιτσε Τσάιτουνγκ στην Κωνσταντινούπολη, σημειώνει πως ο Τούρκος Πρόεδρος είναι αναμφισβήτητα ένας αποφασιστικός λαϊκιστής. Έχει ανάγκη πλέον την καθημερινή αναστάτωση, καθώς είναι αποδυναμωμένος στο εσωτερικό. Το τουρκικό νόμισμα, και κατ’ επέκταση η οικονομία της χώρας, βρίσκονται σε καθοδική πορεία και δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα η πιθανότητα βελτίωσης. Η επανεκλογή του ισχυρού άνδρα, ο οποίος έχει κυβερνήσει για σχεδόν 20 χρόνια, δεν είναι σε καμία περίπτωση εγγυημένη, τουλάχιστον αυτή τη στιγμή, ενώ προσκρούει και σε συνταγματικής φύσεως προβλήματα.

Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο ο Eρντογάν τροφοδοτεί τους Τούρκους με θέματα που τους εξάπτουν: Τη διαμάχη με τους Έλληνες και την υπόλοιπη ΕΕ στη Μεσόγειο για το φυσικό αέριο, τις ασκήσεις του στόλου και την κινητικότητα των ερευνητικών πλοίων. Το πατρικό χέρι που ο αρχηγός του κράτους θέτει πάνω από την παλαιστινιακή Χαμάς και τη διάσπαρτη στον ισλαμικό κόσμο Μουσουλμανική Αδελφότητα. Την αλληλεγγύη -και την παροχή μεγάλης ποσότητας όπλων- προς το Αζερμπαϊτζάν κατά τον πρόσφατο πόλεμο στον Καύκασο. Τη ζώνη ασφαλείας για τους ισλαμιστές Σύρους αντάρτες στη Βόρεια Συρία. Τον πόλεμο στη Λιβύη, στο Βόρειο Ιράκ. Την πολιτική έναντι της Κύπρου, με την προστασία της τουρκικής μειονότητας να χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο ως πρόσχημα για την αποτροπή της ειρηνικής επανένωσης του νησιού.

Αυτή η πολιτική δεν οφείλεται μόνο σε εσωπολιτικούς λόγους. Ο Πρόεδρος ενεργεί ολοένα και περισσότερο σαν ένας πραγματικά «μεγάλος Τούρκος» και ένας σκληροτράχηλος ισλαμιστής. Η στάση και η συμπεριφορά του πιθανότατα δεν θα είναι πλέον δυνατόν να διαχωριστούν: Ο Eρντογάν δύσκολα θα μπορεί να παίξει τον προστάτη όλων των μουσουλμάνων αδελφών, χωρίς να ταυτιστεί με την ιδεολογία τους. Γι’ αυτό και είναι ακόμη πιο σημαντικό να καταδειχθεί επιτέλους στον Τούρκο αρχηγό κράτους ότι οι προκλήσεις του έχουν όρια.

ΚΥΠΕ

Home