Αναπέμφθηκε ο νόμος για τις καταχρηστικές ρήτρες απο τον ΠτΔ

Αναπέμφθηκε ο νόμος για τις καταχρηστικές ρήτρες απο τον ΠτΔ

Η αναπομπή θα συζητηθεί στη συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και ακολούθως της Ολομέλειας της Βουλής

Αναπέμφθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ο νόμος που ψήφισε η Βουλή στη συνεδρία της Ολομέλειάς της στις 12 Ιουλίου για τις καταχρηστικές ρήτρες σε επιχειρηματικές συμβάσεις που συνάπτονται από πολύ μικρές επιχειρήσεις. Ο νόμος είναι αποτέλεσμα ομόφωνης ψήφισης της πρότασης νόμου της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ενέργειας.  

Όπως αναφέρεται στην ενημέρωση των Βουλευτών για την αναπομπή του νόμου από τον Γενικό Διευθυντή της Βουλής, η επιστολή προς τον Πρόεδρο της Βουλής για την αναπομπή λήφθηκε στη Βουλή την 26η Ιουλίου.  Η αναπομπή θα συζητηθεί στη συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Οικονομικών και ακολούθως της Ολομέλειας της Βουλής τη Δευτέρα.

 

Στην επιστολή αναπομπής αναφέρεται πως ο νόμος αναπέμπεται επειδή πρόνοιες του είναι σε αντίθεση με τα άρθρα του 25, 26, 28 και 35 του Συντάγματος και τα άρθρα 45 και 56 της ΣΛΕΕ και το άρθρο 6 της οδηγίας 2006/123/ΕΚ για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά και με το άρθρο 16 των θεμελιωδών ελευθεριών.  

Στην επιστολή αναπομπής αναφέρεται πως το άρθρο 5.4 του νόμου επεμβαίνει στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως που κατοχυρώνεται από το άρθρο 26 του Συντάγματος, όπως και το άρθρο 8 του αναπεμπόμενου νόμου.  

Στην επιστολή αναφέρεται ακόμα πως ο νομοθέτης αγνόησε την εκ του άρθρο 35 του Συντάγματος υποχρέωση του για σεβασμό του άρθρου 26 του συντάγματος που διαλαμβάνει ότι ο περιορισμός του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι επιβάλλεται από πιεστική κοινωνική ανάγκη και ο ότι ο περιορισμός είναι ανάλογος προς την ανάγκη την οποία επιχειρεί να εξυπηρετήσει.  

Στην επιστολή προστίθεται ότι τα όσα καταγράφονται στη σχετική κοινοβουλευτική έκθεση ουδόλως πληρούν την απαιτητέα τεκμηρίωση.

 

Περαιτέρω στην επιστολή αναπομπής αναφέρεται ότι το άρθρο 3 του νόμου που αναπέμφθηκε είναι ασύμβατο με το άρθρο 35 του Συντάγματος που απαιτεί από τη Βουλή να διασφαλίζει, όταν νομοθετεί, την αποτελεσματική εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών.  

Επίσης αναφέρεται πως τα κριτήρια που έχουν τεθεί για προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής του νόμου (χρηματικά ποσά και αριθμός απασχολουμένων ατόμων) επειδή λείπουν από το προοίμιο του νόμου τα προπαρασκευαστικά του έγγραφα και επεξήγηση ως προς το εύλογο της οριοθέτησης.  

Ακόμα στην επιστολή που συνοδεύει τον αναπεμφθέντα νόμο αναφέρεται πως αυτός θέτει όρους και όρια στις συμβάσεις που συνάπτουν πωλητές και προμηθευτές σε αντίθεση με το άρθρο 16 της οδηγίας 2006/123 που απαγορεύει στα κράτη να εξαρτούν την πρόσβαση σε δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών και υποχρεώνει τα κράτη να μην επιβάλλουν δικές τους απαιτήσεις στους εισερχόμενους παρόχους υπηρεσιών.  Επίσης επιβάλλει όρους και όρια στην παροχή υπηρεσιών από παρόχους εγκατεστημένους σε άλλα κράτη – μέλη.  

Αναφέρεται περαιτέρω πως τα κριτήρια που τέθηκαν αποσκοπούν να παράσχουν προστασία στις οικογενειακές επιχειρήσεις, ενώ οι επιχειρήσεις από άλλα κράτη που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο δεν μπορούν να θεωρηθούν μικρές επιχειρήσεις σύμφωνα με την έννοια του νόμου για να τύχουν προστασίας και ως εκ τούτου τα εθνικά μέτρα εισάγουν ανεπίτρεπτη έμμεση διάκριση.

 

Τέλος αναφέρεται ότι το άρθρα 3, 5.4 και 8 του αναπεμφθέντος νόμου συγκρούονται με το άρθρο 16 του χάρτη που κατοχυρώνει την επιχειρηματική ελευθερία.  

Home