Ιστορικά αναπόφευκτο να τεθεί θέμα βρετανικών βάσεων

Ιστορικά αναπόφευκτο να τεθεί θέμα βρετανικών βάσεων

Οι πολιτικές και νομικές προεκτάσεις του ψηφίσματος της Γ.Σ. του ΟΗΕ για το Μαυρίκιο

Με ένα ψήφισμα, το οποίο «καταγράφει την πολιτική συμπλήρωση της νομικής θέσης που εκφράστηκε σε επίπεδο διεθνούς δικαστηρίου», σε μια ιστορική ψηφοφορία, με 116 ψήφους υπέρ και μόνο 6 εναντίον, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθέτησε την Τετάρτη (22/05) ψήφισμα με το οποίο καλεί τη Βρετανία να εγκαταλείψει το Αρχιπέλαγος Τσάγκος το συντομότερο δυνατόν. Πρόκειται για «μία από τις ιστορικότερες στιγμές στη διπλωματική ιστορία των διεθνών σχέσεων μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου», επισημαίνουν οι αναλυτές και διαμηνύουν ότι «η παρούσα χρονική συγκυρία είναι ιδανική για να επιδιωχθεί πιο εντατικά ο τερματισμός της αποικιοκρατίας σε ένα αριθμό περιοχών ανά την υφήλιο», μη εξαιρουμένης της Κύπρου. 

Για τη σημασία του ψηφίσματος στη διεθνή σκηνή, αλλά και τις προεκτάσεις όσον αφορά στο ζήτημα των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο, παραθέτουν τις θέσεις τους στην Offsite ο δικηγόρος Γιώργος Κολοκασίδης, ο διεθνολόγος Γιώργος Κέντας και ο δόκτορας διεθνούς δικαίου Νικόλας Ιωαννίδης.

Από τη Χάγη στη Συνέλευση

«Με το ψήφισμα αυτό, η αποικιοκρατία και τα κατάλοιπά της δεν γίνονται πλέον αποδεκτά στις διεθνείς σχέσεις», δήλωσε μετά το πέρας της ψηφοφορίας ο πρόεδρος του Μαυρικίου, αποτυπώνοντας την εξαιρετική σημασία της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης. «Η ιστορική διαδικασία σχετικά με την αποαποικιοποίηση του Μαυρικίου συνεχίστηκε ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης ΟΗΕ, ως είθισται μετά την παροχή γνωμοδότησης από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης», αναφέρει ο δρ Νικόλας Ιωαννίδης, ο οποίος συμμετείχε ως εμπειρογνώμονας στην αποστολή της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Χάγη τον περασμένο Σεπτέμβρη. Υπενθυμίζει ότι, στη Γνωμοδότησή του για τον διαχωρισμό του Αρχιπελάγους Τσάγκος από τον Μαυρίκιο, «το Διεθνές Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η συνεχιζόμενη διοίκηση του Αρχιπελάγους από το ΗΒ συνιστά έκνομη συμπεριφορά του τελευταίου που πρέπει να τερματιστεί, σημείωσε πως είναι αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα ολοκληρωθεί η αποαποικιοποίηση». Σχολιάζοντας το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, σημειώνει ότι η υιοθέτηση του ψηφίσματος για τη γνωμοδότηση με τη θετική ψήφο 116 κρατών «καταδεικνύει την αποδοχή των ευρημάτων του Δικαστηρίου από τη συντριπτική πλειοψηφία των μελών της διεθνούς συνομοταξίας» και υπενθυμίζει πως το ψήφισμα για την αίτηση παροχής γνωμοδότησης που υπέβαλε ο Μαυρίκιος υποστηρίχθηκε από 94 κράτη. Στην πρόσφατη Σύνοδο, το ΗΒ, οι ΗΠΑ, η Ουγγαρία, το Ισραήλ, η Αυστραλία και οι Μαλδίβες τάχθηκαν εναντίον, ενώ ανάμεσα στα 56 κράτη που απείχαν, εκτός από την Τουρκία, περιλαμβάνεται η Γαλλία, η Γερμανία και άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες απείχαν της ψηφοφορίας, για λόγους που κατά τον Γ. Κέντα, «σχετίζονται κυρίως με διπλωματική πρακτική». Επί του περιεχομένου, ο Ν. Ιωαννίδης εξηγεί ότι το ψήφισμα «καλεί το ΗΒ να συμμορφωθεί με τη Γνωμοδότηση και να αποχωρήσει από το Αρχιπέλαγος Τσάγκος, ενώ ζητά από τον Γενικό Γραμματέα να συμπεριλάβει το θέμα στην έκθεσή του προς τη Γενική Συνέλευση κατά την επόμενη σύνοδό της».

Αντιφάσεις και ολιγωρία

«Η αποικιοκρατία αποτελεί παραβίαση του διεθνούς δικαίου εν γένει και ειδικότερα του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η αρχή της ισότητας των δικαιωμάτων και της αυτοδιάθεσης των λαών είναι θεμελιώδης αρχή, και ένας αυστηρός κανόνας, του σύγχρονου διεθνούς δικαίου, δημιουργώντας υποχρεώσεις erga omnes.» Εκφράζοντας τις συγκεκριμένες θέσεις, ο Γενικός Εισαγγελέας, Κώστας Κληρίδης, ηγήθηκε της αποστολής που εκπροσώπησε την Κυπριακή Δημοκρατία στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης τον περασμένο Σεπτέμβρη. Στο πλαίσιο της δικής του αγόρευσης υπέρ της θέσης του Μαυρικίου για αποχώρηση των Βρετανών από τις στρατιωτικές βάσεις που διατηρούν στο Αρχιπέλαγος Τσάγκος, ο νομικός Πόλυς Πολυβίου, ήταν σαφής: «Η αποικιοκρατία είναι ένα κατάλοιπο του παρελθόντος. Ας μην το διατηρήσουμε ως ένα εμπόδιο για το μέλλον. Ας το τερματίσουμε γρήγορα». Έχοντας διατυπώσει ξεκάθαρες και αποκρυσταλλωμένες απόψεις, με γνώμονα τα όσα προνοούνται από το Διεθνές Δίκαιο, η κυπριακή αποστολή στη Χάγη είδε εν συνεχεία σχεδόν το σύνολο των θέσεων που ανέπτυξε στην αγόρευσή της να υιοθετούνται στο κείμενο της γνωμοδότησης, που εκδόθηκε στις 25 Φεβρουαρίου. 

Παρά ταύτα, η κυβέρνηση προτίμησε στάση αναμονής –μέχρι την ολοκλήρωση σχετικής μελέτης επί του θέματος, η σύνταξη της οποίας ανατέθηκε στη Γενική Εισαγγελία- προτού αποφασίσει τα περαιτέρω βήματά της. Μετά και τη Γενική Συνέλευση, κληθείς να σχολιάσει κατά πόσο το ψήφισμα θα αξιοποιηθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε ότι τόσο ο Πρόεδρος όσο και ο Υπουργός Εξωτερικών υπήρξαν σαφείς ότι «μετά την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου δεν ήταν επιλογή της Κυπριακής Δημοκρατίας σε αυτήν τη φάση να τεθεί ένα τέτοιο ζήτημα». 

«Πού είναι η συνέπεια; Τοποθετηθήκαμε, πήραμε μια θέση στο Διεθνές Δικαστήριο και μετά; Ποια είναι η συνέχεια;», διερωτάται ο Γ. Κολοκασίδης.  Εξηγώντας ότι η Κύπρος επηρεάζεται άμεσα από την απόφαση, επισύρει την προσοχή στην ουσία, ήτοι στα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. «Καμία κυβέρνηση και βεβαίως ούτε η σημερινή, έχει δικαίωμα να αποποιηθεί αυτά τα δικαιώματα», υπογραμμίζει. «Σημειώνω μετά λύπης μου το γεγονός ότι είναι σχεδόν ανύπαρκτες οι τοποθετήσεις της δικής μας πλευράς -θα έπρεπε να ήταν αρκετά πιο ηχηρές και λόγω αποικιακού παρελθόντος, αλλά και λόγω κυριαρχικού διακυβεύματος», αναφέρει και τονίζει ότι «είναι πολύ σημαντικό να τεθεί το ζήτημα της διεκδίκησης το συντομότερο δυνατόν και να χαραχθεί ανάλογη κρατική συμπεριφορά». 

Προειδοποιεί μάλιστα ότι «διαφορετικά υπάρχει το ενδεχόμενο κάποια στιγμή να θεωρηθεί ότι εγκαταλείπουμε το δικαίωμα». Όπως εξηγεί, αν και είναι απαραίτητο «να γίνεται μια πολιτική στάθμιση και να εγείρονται κάποια ζητήματα προσεκτικά, δεν μπορεί στο τέλος να λειτουργείς με τρόπο που να συνιστά αποποίηση του δικαιώματος ή να μπορεί να ερμηνευθεί ως τέτοιος». Προσθέτει ότι, «δυστυχώς έχουμε μια τάση να κρύβουμε τα μεγάλα προβλήματα κάτω από το χάλι». Αντιφάσεις, πάντως, εντοπίζει και ο Γ. Κέντας και μάλιστα σε δύο επίπεδα. Εν πρώτοις, αναφέρει ότι «ενώ οι θεσμοί και πιο συγκεκριμένα η Γενική Εισαγγελία, και το Υπουργείο Εξωτερικών, εργάστηκαν το τελευταίο διάστημα με έντονο τρόπο για να δώσουν την απαιτούμενη δυναμική για να τεθεί θέμα βάσεων, θέτοντας ξεκάθαρα ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης θέμα ατελούς αποαποικιοποίησης στην Κύπρο, η στάση της κυβέρνησης είναι αλληθωρίζουσα». Περαιτέρω, σημειώνει αντίφαση και στη στάση που τήρησε η Κύπρος κατά τη διαπραγμάτευση αναφορικά με το καθεστώς εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου στις βάσεις, μετά την έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. «Ενώ παρουσιαστήκαμε στο Διεθνές Δικαστήριο με συγκεκριμένα επιχειρήματα, στη διαπραγμάτεση με τη Βρετανία εμφανιστήκαμε μ’ ένα εντελώς άλλο πρόσωπο και αποδεχτήκαμε τη συνέχιση της λεγόμενης κυριαρχίας της Βρετανίας στις βάσεις». 

Η αίθουσα Διεθνές Δικαστήριο Χάγης

Ήττα διπλωματικών προεκτάσεων 

Διπλωματική απομόνωση υπέστη το Ηνωμένο Βασίλειο στη Γενική Συνέλεση, καθ’ ομολογία μεγάλης μερίδας του διεθνούς Τύπου, όπου γίνεται παράλληλα λόγος και για «αποδυνάμωση» των ΗΠΑ, που διατηρούν τη στρατιωτική βάση στο νησί Ντιέγκο Γκαρσία. Παρότι παραμένει άγνωστο κατά πόσον το Ηνωμένο Βασίλειο θα επιστρέψει το Αρχιπέλαγος στον Μαυρίκιο, «εντούτοις η αποκρυστάλλωση των κανόνων περί αποαποικιοποίησης από το Δικαστήριο αποτελεί αφ' εαυτής μια μεγάλη νίκη για τη διεθνή κοινότητα και το διεθνές δίκαιο», λέει ο Ν. Ιωαννίδης. Πλέον, όπως εξηγεί, «καμία πρώην αποικιοκρατική δύναμη δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από ‘εποικοδομητικές ασάφειες’ για να δικαιολογεί την παρουσία της σε εδάφη όπου δεν έχει ολοκληρωθεί η αποαποικιοποίηση. Στη συντριπτική πίεση που ασκήθηκε για ανατροπή του αποτελέσματος της ψηφοφορίας, αναφέρεται ο Γ. Κολοκασίδης, σημειώνοντας πρωτίστως ότι «το ψήφισμα καταγράφει την πολιτική συμπλήρωση της νομικής θέσης, η οποία εκφράστηκε σε επίπεδο Διεθνούς Δικαστηρίου». 

Υποστηρίζοντας ότι το αποτέλεσμα της τελευταίας Συνόδου αποκαλύπτει και εκθέτει τόσο τη Βρετανία, όσο και τις ΗΠΑ «ως αποδυναμωμένες σε επίπεδο διεθνών σχέσεων», επισημαίνει ότι «καταδεικνύει επίσης την τοτεμική σημασία που έχει το ζήτημα της αποαποικιοποίησης, αλλά και πόσο ισχυρή είναι η στήριξη μεσαίων και μικρών χωρών σε αυτό το θέμα, οι οποίες βεβαίως άντεξαν και την πίεση μιας πολύ σύντονης εκστρατείας και των Βρετανών και των Αμερικανών προς ανατροπή του». 

Επιπλέον, παρατηρεί ότι «υπάρχει κόστος ακόμα και για τις μεγάλες χώρες όταν στις θέσεις που στηρίζουν δεν υπάρχει ένα δικαϊκό υπόστρωμα». Κάνοντας λόγο για μία ιστορική ψηφοφορία και «μία από τις ιστορικότερες στιγμές στη διπλωματική ιστορία των διεθνών σχέσεων μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου», ο Γ. Κέντας αναφέρει ότι η Βρετανία βρέθηκε στην μεγαλύτερη διπλωματική απομόνωση που βρέθηκε ποτέ μια τέως μεγάλη αποικιακή δύναμη. «Είναι ένας θρίαμβος του διεθνούς δικαίου, μια τεράστια δικαίωση στην διεκδικητική πολιτική, ένα ισχυρό ράπισμα στα μετα-αποικιοκρατικά καθεστώτα και τους ακολούθους τους», σημειώνει. Πρόκεται, όπως λέει, για ένα χείμαρρο στις διεθνείς σχέσεις, «ο οποίος δεν μπορεί να σταματήσει από καμία αδιάφορη κυβέρνηση η οποία είναι εκτός της εποχής, εκτός τόπου και χρόνου». Όσο για την αντίδραση της Βρετανίας μετά το ψήφισμα, ο κ. Κέντας απαντά ότι «θα είναι στάση άρνησης στην επιφάνεια, στο βάθος όμως θα επενδύσει πάρα πολλούς ανθρώπινους και υλικούς πόρους για να αντιμετωπίσει το ζήτημα και κυρίως να αντιμετωπίσει μια αλληλουχία συνεπειών, ένα ντόμινο που μπορεί να μεταφερθεί στο Γιβραλτάρ, στην Αργεντινή και όπου αλλού έχει ανάλογα συμφέροντα». 

 

Chagos Islands dispute between UK and Mauritius

Στέρεψαν οι δικαιολογίες

«Τόσο η γνωμοδότηση όσο και το ρηθέν ψήφισμα αποτελούν σημαντικά όπλα για τα κράτη όπου υπάρχουν ακόμα αποικιοκρατικά κατάλοιπα», αναφέρει ο δρ Ιωαννίδης, υποστηρίζοντας ότι η παρούσα χρονική συγκυρία είναι ιδανική για να επιδιωχθεί πιο εντατικά ο τερματισμός της αποικιοκρατίας σε ένα αριθμό περιοχών ανά την υφήλιο. «Το Δικαστήριο έχει μιλήσει καθαρά, οπότε επαφίεται στη Γενική Συνέλευση και τα κράτη να διαφυλάξουν το θεμελιώδες δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, συνεχίζει και προσθέτει ότι «αυτήν τη φορά δεν μπορεί να υπάρξει δικαιολογία». «Ούτε φύλλο συκής δεν έχουν οι Βρετανοί στον τρόπο που χειρίζονται τα κυριαρχικά ζητήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας κι εμείς σκεφτόμαστε τον κατάλληλο χρόνο και το επιπλέον μέτωπο», σχολιάζει ο κ. Κολοκασίδης, για να προσθέσει ότι «η πολιτική και η μέχρι τώρα συμπεριφορά της κυβέρνησης θυμίζει την παραπομπή του προβλήματος στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας που ήταν η παθητική πολιτική ΑΚΕΛ». Ο Μαυρίκιος άνοιξε μια τεράστια πόρτα αλλαγών όσον αφορά στον τερματισμό των αποαποικιακών καθεστώτων, αναφέρει ο κ. Κέντας κι εξηγεί ότι παρόλο που η σημασία της υπόθεσης δεν θα γίνει ακαριαία αντιληπτή, εντούτοις «στις διεθνείς σχέσεις δίνει το παράδειγμα μια χώρα, μια κοινωνία, ένας λαός κι αφού δοθεί το παράδειγμα, τότε αναπόφευκτα οι υπόλοιποι είναι αναγκασμένοι να ακολουθήσουν». Επομένως, αυτό είναι αναπόφευκτο και στην περίπτωση της Κύπρου, «ακόμα κι αν στο παρόν στάδιο αρνείται να ανεβεί σ’ ένα τρένο το οποίο κινείται με τεράστια ορμή αλλαγής στις διεθνείς σχέσεις». Υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω στάση θα επιφέρει μεσοπρόθεσμα συνέπειες στο κύρος και στην αξιοπρέπεια του κράτους, καταλήγει ότι «μακροπρόθεσμα είναι ιστορικά αναπόφευκτο να αναδυθεί θέμα βάσεων. 

Home